Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ

Κατωτέρω παραθέτουμε τις εφαρμοζόμενες κρίσιμες διατάξεις, καθώς και σχετική νομολογία στην υπόθεση που απασχολεί την ελληνκή δικαιοσύνη και κοινωνία, όπως αυτές ισχυουν σήμερα, για τις οποίες πολύς λόγος έγινε τον τελευταίο καιρό, ώστε, να δοθεί η δυνατότητα στον καθένα να τις μελετήσει:

1.  ΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 187 Ποινικού Κώδικα 
Εγκληματική οργάνωση 

1. Με Κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) "που επιδιώκει" τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 207 (Παραχάραξη), 208 (Κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων), 216 (Πλαστογραφία), 218 (Πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων), 242 (ψευδής βεβαίωση, νόθευση), 264 (Εμπρησμός), 265 (Εμπρησμός σε δάση), 268 (πλημμύρα), 270 (έκρηξη), 272 (Παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες), 277 (πρόκληση ναυαγίου), 279 (δηλητηρίαση πηγών και τροφίμων), 291 (διατάραξη της ασφάλειας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών), 299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση), 310 (Βαριά σωματική βλάβη, 322 (Αρπαγή), 323 (εμπόριο δούλων), "323Α (εμπορία ανθρώπων)" 324 (Αρπαγή ανηλίκων), 327 (ακούσια απαγωγή), 336 (Βιασμός), 338 (Κατάχρηση σε ασέλγεια), 339 (αποπλάνηση παιδιών), "348 Α (πορνογραφία ανηλίκων) , 351 (Σωματεμπορία), 351Α (ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής)", 374 (Διακεκριμένες περιπτώσεις Κλοπής), 375 (Υπεξαίρεση), 380 (Ληστεία), 385 (Εκβίαση), 386 (Απάτη), 386Α (Απάτη με υπολογιστή), 404 (Τοκογλυφία),
 «στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 87 και στο άρθρο 88 του ν. 3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α`), όταν οι πράξεις αυτές (διευκόλυνση της παράνομης εισόδου ή εξόδου ή της παράνομης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών) τελούνται από κερδοσκοπία,». 

 όπως επίσης περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών και προστασίας από υλικά που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες. "καθώς και περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τη νομοθεσία για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς." 

 «,καθώς και περισσότερων εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τη διάταξη του άρθρου 41 ΣΤ του ν. 2725/1999, όπως ισχύει».

 ***Η εντος "" φράση προστέθηκε με τη παρ.1 του άρθρου 4 του Ν.4049/2012 (ΦΕΚ Α 35/23.2.2012). Με τη παρ.2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "2. Για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 41 ΣΤ του ν. 2725/1999, καθώς και της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 253 Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περί ειδικών ανακριτικών πράξεων και οι διατάξεις για την προστασία μαρτύρων του άρθρου 9 του ν. 2928/2001." «όπως επίσης και περισσοτέρων εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται στο άρθρο 1280 του ν. 2725/ 1999. Για τα εγκλήματα του άρθρου αυτού η ιδιότητα του ιατρού, προπονητή ή φυσιοθεραπευτή αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση.»

 ***Η εντος "" φράση προστέθηκε με τη παρ.1 του άρθρου 12 του Ν.4049/2012 (ΦΕΚ Α 35/23.2.2012). Με τη παρ.2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: 2. Για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 1280 του ν. 2725/1999, καθώς και της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 253Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περί ειδικών ανακριτικών πράξεων και οι διατάξεις για την προστασία μαρτύρων του άρθρου 9 του ν. 2928/2001. 

«Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος της πράξεως του πρώτου εδαφίου, αν η εγκληματική οργάνωση επιδιώκει την τέλεση περισσότερων αξιόποινων πράξεων σχετικά με την αποφυγή καταβολής νόμιμου φόρου, τέλους, δασμού ή άλλης επιβαρύνσεως κατά την αγορά, πώληση, παραλαβή, παράδοση, μεταφορά, διαμετακόμιση, εμπορία, κατοχή, αποθήκευση, εισαγωγή ή εξαγωγή εμπορεύματος ή και προϊόντος απομίμησης, παραποίησης ή πειρατείας». 

 «2. Όποιος παρέχει ουσιώδεις πληροφορίες ή υλικά μέσα, με σκοπό να διευκολύνει ή να υποβοηθήσει οργάνωση της προηγούμενης παραγράφου για τη διάπραξη των επιδιωκόμενων από αυτή κακουργημάτων, τιμωρείται με Κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.». 

 «3. Όποιος διευθύνει την οργάνωση της πρώτης παραγράφου τιμωρείται με Κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών». «Με την ίδια ποινή τιμωρείται το μέλος της οργάνωσης αν κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος του δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου ήταν δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 263α.» 

  4. "2. Οποιος με Απειλή ή χρήση βίας κατά δικαστικών λειτουργών, ενόρκων, ανακριτικών ή δικαστικών υπαλλήλων, μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διερμηνέων ή με δωροδοκία των ίδιων προσώπων ματαιώνει την αποκάλυψη ή τη δίωξη ή την τιμωρία του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση της παραγράφου 1 τιμωρείται με Κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Οποιος στις παραπάνω περιπτώσεις ματαιώνει την αποκάλυψη ή τη δίωξη ή την τιμωρία όχι μόνο του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση της παραγράφου 1, αλλά και άλλου εγκλήματος, από εκείνα που απαριθμούνται στην ίδια παράγραφο, τιμωρείται με Κάθειρξη και χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ." 

  5.  3. `Οποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με Φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. 6 4. Η κατασκευή, προμήθεια ή κατοχή όπλων, εκρηκτικών υλών και χημικών ή βιολογικών υλικών ή υλικών που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες προς εξυπηρέτηση των σκοπών της οργάνωσης της παραγράφου 1 ή της συμμορίας της παραγράφου 3 ή η επιδίωξη οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους των μελών τους συνιστούν επιβαρυντικές περιστάσεις. Η μη τέλεση οποιουδήποτε από τα επιδιωκόμενα εγκλήματα των παραγράφων 1 και 3 συνιστά ελαφρυντική περίσταση. Η απλή ψυχική συνέργεια στα εγκλήματα της συγκρότησης ή συμμετοχής κατά την παράγραφο 1 ή της συμμορίας κατά την παράγραφο 3 δεν τιμωρείται, εφόσον τα μέλη της οργάνωσης ή συμμορίας δεν επιδιώκουν οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος. «Επιβαρυντική περίσταση συνιστά επίσης η τέλεση της πράξεως του τελευταίου εδαφίου της πρώτης παραγράφου με υλικό αντικείμενο το αργό πετρέλαιο ή άλλο πετρελαιοειδές ή ενεργειακό προϊόν.» 

  7.  5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτό αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή στρέφονταν κατά `Ελληνα πολίτη ή κατά νομικού προσώπου που εδρεύει στην ημεδαπή ή κατά του Ελληνικού κράτους, ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν". 

Άρθρο 62 του Συντάγματος
1. Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής.
Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε, αν η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής.
Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής.
Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα.

Άρθρο 55 του Συντάγματος
1. Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής.
2. Βουλευτής που στερήθηκε κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα.

Το άρθρο 104 του εκλογικού νόμου προβλέπει τη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής σε κάθε περίπτωση στην οποία δεν υπάρχει αναπληρωματικός από τον ίδιο συνδυασμό, για να καταλάβει βουλευτική έδρα η οποία εκκενώθηκε. Συνεπώς, εάν παραιτηθεί εν ενεργεία βουλευτής και μετά από αυτόν όλοι οι επιλαχόντες του ίδιου συνδυασμού, είναι υποχρεωτική η διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής.


Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής δεν χάνουν τη βουλευτική τους ιδιότητα, αλλά δεν θα μπορούν στην πράξη να ασκήσουν τα βουλευτικά τους καθήκοντα και να συμμετάσχουν σε ψηφοφορίες στη Βουλή. 
Τη βουλευτική τους ιδιότητα τη χάνουν μόνο αν και εφόσον οι κατηγορούμενοι καταδικαστούν από το ποινικό δικαστήριο σε στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων παράλληλα με την κύρια ποινή που είναι ποινή καθείρξεως. Σε περίπτωση δε που συμβεί κάτι τέτοιο, υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια: είτε να δεχτούν την έδρα οι αναπληρωματικοί, είτε - αν αρνηθούν όλοι οι αναπληρωματικοί βουλευτές - να υπάρξουν αναπληρωματικές εκλογές στις αντίστοιχες εκλογικές περιφέρειες των παραιτηθέντων βουλευτών.

2.  ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ για το άρθρο 187 ΠΚ

Κατά την διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ΠΚ η οποία έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 1 του Νόμου 2928/2001 και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του νόμου 3064/2002  ορίζεται ότι: «Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή και περισσότερα πρόσωπα για την διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων…. 336 του ΠΚ  (βιασμός,) 338 του ΠΚ (κατάχρηση σε ασέλγεια) 339 του ΠΚ (αποπλάνηση ανηλίκων), 348 Α του ΠΚ (πορνογραφία ανηλίκων) 351 (σωματεμπορία) 351 Α (ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής) … .. ».  Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει δύο εγκλήματα την συγκρότηση εγκληματικής ομάδας (στιγμιαίο έγκλημα) και την ένταξη σε ήδη δομημένη εγκληματική ομάδα νέων μελών. (διαρκές έγκλημα).

 Το έγκλημα που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη είναι πραγματοπαγές, για τον λόγο αυτό τα μέλη μπορούν να αντικατασταθούν ή να εναλλαγούν μεταξύ τους. Για την στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος  της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική ομάδα απαιτείται να υφίσταται μεταξύ των μελών πειθαρχία  και ενεργός δράσης, χωρίς να είναι αναγκαία και η επικοινωνία των μελών μεταξύ τους αρκεί τα μέλη να εκτελούν τα ανατιθέμενα σ΄ αυτά καθήκοντα χωρίς να απαιτείται το κάθε μέλος να συμμετέχει και στον σχηματισμό  της εγκληματικής δράσης. Η απλή συμφωνία των μελών δηλ. η σύμπτωση των βουλήσεων των μελών για την τέλεση ορισμένων κακουργημάτων δεν αρκεί, γιατί τότε κάθε μορφή συναυτουργίας θα μπορούσε να αναχθεί και στο ιδιώνυμο έγκλημα της συγκρότησης ή ένταξης σε δομημένη εγκληματική ομάδα. 

Σκοπός των δραστών  των ανωτέρω εγκλημάτων είναι η συστηματική τέλεση επιλεγμένων αξιοποίνων πράξεων, που διακρίνονται για την αυξημένη απαξία τους και αντικοινωνικότητα τους. Οι δράστες των ανωτέρω εγκλημάτων πρέπει να έχουν σκοπό να τελέσουν απεριόριστο αριθμό κακουργημάτων που προβλέπονται από την παραπάνω διάταξη (...). 

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ΠΚ είχε θεσπιστεί αρχικά για την προστασία της κοινωνίας από τις τρομοκρατικές οργανώσεις αλλά ισχύει  και για κάθε μορφή ομαδικής εγκληματικής δράσης, που βάλλει κατά της οργανωμένης κοινωνίας και της έννομης τάξης. 

Η χρονική διάρκεια της εγκληματικής ομάδας δεν μπορεί να είναι εκ των προτέρων καθορισμένη, μπορεί να είναι αόριστης διάρκειας ή η διάρκεια αυτής να μην έχει επακριβώς υπολογιστεί, αρκεί  να εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Για την συγκρότηση της εγκληματικής ομάδας και την ένταξη σ΄ αυτήν  απαιτούνται τρία τουλάχιστον πρόσωπα με δυνατότητα επαύξησης του αριθμού των μελών αυτής και εναλλαγής των προσώπων αυτής. Σκοπός της εγκληματικής ομάδας πρέπει να είναι η διάπραξη διαφόρων εγκλημάτων (ομοειδών ή ετεροειδών) με αυξημένη κοινωνική απαξία, που βάλλουν κατά της οργανωμένης κοινωνίας. 

Η δραστηριότητα των μελών της εγκληματικής ομάδας δεν είναι αναγκαίο να περιορίζεται εντός εθνικών ορίων αλλά μπορεί να εκτείνεται και πέραν αυτών  προσβάλλοντας την κοινωνία, και τα θεμέλια της  οργανωμένης πολιτείας και οικονομικής ζωής των μελών αυτής (πολιτείας).

Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική ομάδα με διαρκή δράση δεν είναι αναγκαία και η πραγμάτωση των επιδιωκομένων να τελεστούν εγκλημάτων, αρκεί να  αποδεικνύεται η βεβαιότητα του σκοπού  της τελέσεως αυτών. Στην περίπτωση αυτή τιμωρείται η βούληση των μελών της εγκληματικής ομάδας, η οποία  προέβη στον σχηματισμό της διάπραξης ενός εγκλήματος ή εγκλημάτων που αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη χρησιμοποιώντας τα υπάρχοντα σ΄ αυτήν (ομάδα)οικονομοϋλικοτεχνικά μέσα (βλ. σχετ. ΑΠ   87/2000 Ποιν/νη 3 σελ 468, ΔιατΕισΕφΘεσ. 265/98 Υπερ. 1999 σελ 435, ΑΠ 265/2002 Πράξη και Λόγος Ποινικού Δικαίου 2003 σελ. 223, ΑΠ 615/2003 Πράξη και Λόγος Ποινικού Δικαίου 2003 σελ. 223,ΑΠ 402/2004 Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου 2004 σελ 261, ΣυμβΕΦΑθ. 3028/2003 Ποιν. Χρον ΝΕ 164, ΒουλΣυμβΕΦΑθ 1270/2003 Πράξη και Λόγος Ποινικού Δικαίου 2003 σελ 221, ΑΠ 33/2006, ΑΠ 48/2006 Τράπεζα νομικών Πληροφοριών Νομος,ΒουλΣυμβΕφΑιγ.35/2005 Ποιν/δνη 2005 σελ 672,ΣυμβΕΦΘεσ 491/2007 Αρμ. 2007 σελ 1760, Αθανασίου Κονταξή ερμ Ποινικού Δικαίου σελ 1629, Μιχ. Μαργαρίτη,  Ι Μανωλεδάκη ερμ. Ποινικού Κώδικα σελ 105. Ασφάλεια και Ελευθερία Ι Μανωλεδάκη σελ 103 επ.).