Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Διαζύγιο - 8 ζητήματα που πρέπει να γνωρίζετε


Εφόσον έχει εξαντληθεί κάθε μέσο, προκειμένου να μην διαλυθεί η οικογένεια, τότε οι σύζυγοι θα πρέπει να σκεφτούν και τη λύση του διαζυγίου. Σε αυτήν την περίπτωση τα μέρη θα πρέπει να σταθμίσουν τις διαθέσιμες επιλογές τους, προκειμένου η διαδικασία του διαζυγίου και αλλαγής των σχέσεών τους μεταξύ τους, καθώς και με τα παιδιά, εφόσον υπάρχουν, να ολοκληρωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να διαθέτουν βασικές γνώσεις για τα ζητήματα που προκύπτουν σε ένα διαζύγιο.

  1.  Συναινετικό διαζύγιο
Αποτελεί τη διαδικασία με την οποία λύεται ο γάμος με το βέλτιστο κατά το δυνατό τρόπο, καθώς έχει σημαντικά πλεονεκτήματα από άποψη χρόνου, κόστους, ψυχολογικής επιβάρυνσης και διαδικασίας στα δικαστήρια.

Τη διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου αναλαμβάνουν οι δικηγόροι των δύο μερών και απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας. Εφόσον υπάρχουν ανήλικα τέκνα θα πρέπει στη συμφωνία των δύο μερών να συμπεριληφθούν και τα ζητήματα της επιμέλειας, επικοινωνίας (για το γονέα που δεν θα έχει την επιμέλεια) και διατροφής των ανηλίκων τέκνων. Η συμφωνία αυτή που αφορά τα παιδιά του ζευγαριού ισχύει για δύο (2) έτη τουλάχιστον (εκτός κι αν τα ανήλικα τέκνα ενηλικιώνονται προ της παρόδου της διετίας, οπότε ισχύει μέχρι της ενηλικιώσεώς τους).

Η συμφωνία των δύο μερών υποβάλλεται αρχικά στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη λύσης του γάμου και μετά από 10 ημέρες, υπάρχει η δυνατότητα για τη σύνταξη της ανωτέρω πράξης.
Τη συμβολαιογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ή μόνον οι τελευταίοι, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο για τους δύο συζύγους να είναι παρόντες στο συμβολαιογραφείο.

Η λύση του γάμου επέρχεται με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωρισθεί η σύσταση του γάμου.

Σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, παραγγέλλεται η λύση αυτού από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, η οποία συνοδεύεται από αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης.

Τη διαδικασία και πάλι υπάρχει η δυνατότητα να αναλάβουν και να ολοκληρώσουν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των δύο μερών. Η αίτηση με την παραγγελία συνυποβάλλονται στην Ιερά Μητρόπολη στην οποία ανήκει ο ιερός ναός όπου τελέστηκε ο γάμος. Η πνευματική λύση του γάμου είναι υποχρεωτική.

Υπάρχει συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, η δυνατότητα, ο γάμος να λυθεί στο εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα 12 ημερών, αν οι δικηγόροι των δύο μερών και ο συμβολαιογράφος κινηθούν με ταχύτητα και έχουν προετοιμάσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα.

  1.  Διαζύγιο με αντιδικία
Στην περίπτωση αυτή, όπως αντιλαμβάνεται κάποιος και από την ονομασία αυτής της μορφής του διαζυγίου, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών για τη λύση του γάμου ή/και για τα ζητήματα που αφορούν τα ανήλικα τέκνα σχετικά με την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή τους.

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα (δηλαδή για αυτόν που ασκεί την αγωγή διαζυγίου). Εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, ο κλονισμός τεκμαίρεται σε περίπτωση διγαμίας ή μοιχείας αυτού, εγκατάλειψης του ενάγοντος ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο, καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος.

Είναι προφανές ότι ακολουθείται στην περίπτωση αυτή η δικαστική οδός και θα πρέπει το κάθε μέρος να στηρίξει και να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, προκειμένου το δικαστήριο που θα αναλάβει την υπόθεση να αποφανθεί επί των αιτημάτων που θα του έχουν τεθεί σχετικά με τη λύση του γάμου, αλλά και σχετικά με την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανηλίκων τέκνων, καθώς και τις περιουσιακές εκκρεμότητες των συζύγων, αλλά και τη χρήση της οικογενειακής στέγης. Υπάρχει η δυνατότητα άλλωστε, ο σύζυγος να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιδικάσει διατροφή υποχρεώνοντας τον άλλο σύζυγο στην καταβολή του.

Στην πράξη, πριν το δικαστήριο της Αγωγής, προηγείται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και της προσωρινής διαταγής, που έχουν επείγοντα χαρακτήρα, δεδομένου ότι υπάρχουν ζητήματα, όπως λ.χ. αυτά που αφορούν τα ανήλικα (διατροφή, επιμέλεια, επικοινωνία, χρήση οικογενειακής στέγης), για τα οποία θα πρέπει να εκδοθεί το συντομότερο μία προσωρινή έστω απόφαση (συνήθως εκδίδεται μέσα σε λίγες ημέρες), που θα έχει ισχύ μέχρι την έκδοση απόφασης επί της Αγωγής, η οποία συνήθως καθυστερεί.

  1.  Διαζύγιο μετά από διάσταση 2 ετών
Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς για δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός των σχέσεων των συσζύγων τεκμαίρεται αμάχητα και μπορεί να εκδοθεί διαζύγιο με δικαστική απόφαση. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων.

Συνεπώς, το διαζύγιο μπορεί να εκδοθεί με δικαστική απόφαση ευκολότερα, ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να εκδοθεί δικαστική απόφαση και για τα συνήθως ακανθώδη ζητήματα της επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής ανηλίκων τέκνων, εφόσον υπάρχουν, καθώς και για τις περιουσιακές εκκρεμότητες των συζύγων, αλλά και τη χρήση της οικογενειακής στέγης.

  1.  Διαζύγιο και επιπτώσεις στα παιδιά
Στις περιπτώσεις κυρίως του διαζυγίου με αντιδικία και διετή διάσταση, οι επιπτώσεις  της δικαστικής ψυχοφθόρας διαδικασίας στα παιδιά είναι επιβαρυντικές, συνήθως σε μεγάλο βαθμό και μοιραία επηρεάζουν και τις σχέσεις των γονέων με τα τέκνα τους.

Κατά την άποψή μας, θα πρέπει απαραιτήτως στην απόφαση των γονέων για τον τρόπο λύσης του γάμου τους (εφόσον το έχουν αποφασίσει) να σταθμίζεται και το "συμφέρον" των ανηλίκων τέκνων, το οποίο άλλωστε αποτελεί βασικό κριτήριο για την έκδοση δικαστικών αποφάσεων που κρίνουν επί ζητημάτων επιμέλειας, επικοινωνίας, διατροφής των παιδιών των χωρισμένων γονιών, αλλά και να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη τους από τους γονείς.

  1.  Διατροφή του συζύγου από τον άλλο σύζυγο
Εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη "διατροφή" του με την ευρεία έννοια (δηλαδή την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του) από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο, συνοπτικά στις εξής περιπτώσεις σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία:
α. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ' αυτό τη διατροφή του·
β. αν έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι' αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος·
γ. αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου·
δ. σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

  1.  Συνεπιμέλεια ή κοινή επιμέλεια
Ο θεσμός  της συνεπιμέλειας ή κοινής επιμέλειας των παιδιών προβλέπεται στην ελληνική νομοθεσία, καθώς σύμφωνα, με το ισχύον νομικό πλαίσιο, σε περί­πτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συμβίωσης, οι επιλογές του δικαστηρίου για την ανάθε­ση της άσκησης της γονικής μέριμνας (εκπροσώπηση, δι­αχείριση και επιμέλεια) των τέκνων γεννημένων σε γάμο είναι οι ακόλουθες τέσσερις:
α) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε ένα από τους γονείς,
β) να ανα­θέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας και στους δυο γο­νείς από κοινού,
γ) να κατανείμει λειτουργικά ή χρονικά την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων και
δ) να την αναθέσει σε τρίτον.
Το Πρωτοδικείο Αθηνών στην υπ' αριθμ. 60/2017 απόφασή του έχει κρίνει τα εξής πολύ ενδιαφέροντα για το θεσμό της συνεπιμέλειας:
"…Στον ελ­ληνικό Αστικό Κώδικα, προβλέπεται η χρονική κατανομή ή εναλλασσόμενη άσκηση όλων των εκφάνσεων της γο­νικής μέριμνας.
Επιφυλάξεις διατυπώθηκαν από την ελ­ληνική θεωρία ως προς τη σκοπιμότητα αυτής της ρύθ­μισης, καθόσον η παράλληλη ύπαρξη δυο κέντρων ζωής θεωρείται ότι δημιουργεί στο τέκνο έλλειψη σταθερότη­τας και ανασφάλεια, που αναστατώνουν και απορρυθμίζουν τη ζωή του παιδιού. Επιπλέον προβλέπεται ότι θα δημιουργηθούν συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό (Παπαχρίστου, Αρμ 1985, 101-103).
Στο διεθνή χώρο, υποστηρίζεται σθεναρά ότι με την εναλλασσόμενη κατοικία, κατοχυρώνεται μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γο­νείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων, προσφέροντας στον ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην κα­θημερινή του ζωή τόσο με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Το παιδί έχει δυο λειτουργικά σπίτια, την πατρική και μη­τρική του κατοικία. Ενθαρρύνεται έτσι η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δυο γονείς. Επιπλέον σημειώνε­ται ότι η κοινωνία έχει αλλάξει, η γυναίκα λόγω της επαγ­γελματικής της απασχόλησης βρίσκεται πλέον σε δυσκο­λία να φροντίσει μόνη της τα τέκνα, ενώ η σχέση των πα­τέρων με τα τέκνα τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επι­κρατούσε παλαιότερα.
Επιπλέον έχει παρατηρηθεί ότι δυο σαββατοκύριακα εναλλάξ το μήνα, δεν επιτρέπουν στον γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο να ασκήσει μια πραγ­ματική επιρροή στην ανατροφή των τέκνων του. Η θεμα­τική δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε νομικό επίπεδο, αλλά πρέπει να συμπεριλάβει και τις επιστημονικές ανα­καλύψεις στους τομείς της ιατρικής και της ψυχολογίας.
Επισημαίνεται ότι από τις νεότερες ιατρικές και ψυχολογι­κές έρευνες δεν προκύπτει κανένα αρνητικό αποτέλεσμα από την κοινή ανατροφή, που μοιράζεται ισομερώς μετα­ξύ δυο σπιτιών. Αντίθετα, η ύπαρξη της διπλής κατοικί­ας θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη για την προστα­σία της ισόρροπης ανάπτυξης ταυ παιδιού. Τα παιδιά που ζουν εναλλάξ και με τους δυο γονείς με ίση κατανομή του χρόνου, ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή τους από εκείνα που υπάγονται σε άλλη ρύθμιση για χωρισμένες οικογένειες (Bjamason/Arnarsson (2011), Joint physical custody and communication with parents: A cross – national study of children in 36 western countries, Journal of Comparative Family Studies, 42, σ. 871-890· Bauserman (2002), Child adjustment in joint-custody versus sole- custody arrangements: a meta analytic review, Journal of Family Psychology, 16, σ. 91-102).
Την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας (shared residence) και με­τά τη διάσταση, εισηγείται και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το υπ` αρ. 2079/2-10-2015 ψήφισμά του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη νομο­θεσία τους, αποκλείοντας την εφαρμογή της σε περιπτώ­σεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης του παιδιού και αδιαφορίας, που δημιουργούν κινδύνους για τη σωματι­κή και ψυχική υγεία του τέκνου. Αυτό το ψήφισμα, στηρίχθηκε σε μετά – ανάλυση πολυάριθμων διεθνών μελετών (Nielsen (2014), Shared physical custody; Summary of 40 studies on outcomes far children, Journal of Divorce & Remarriage, 55, 613-635), που κατέδειξαν τα οφέλη από την εναλλασσόμενη κατοικία και τις αρνητικές επιπτώσεις που προέρχονται από την αποκλειστική επιμέλεια, στην οποία ο χρόνος συναναστροφής του παιδιού με το λιγό­τερο ευνοημένο γονέα είναι κάτω του 33%.

Περαιτέρω, ο χωρισμός δεν είναι καθαυτός δείκτης της έλλειψης γονι­κής ικανότητας, και η υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου γονέα για το διαζύγιο ή τη διακοπή της συμβίωσης δεν ασκεί επιρροή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Η κα­ταλληλότητα του ενός γονέα να αναλάβει την άσκηση της επιμέλειας δεν αποτελεί ταυτόχρονα και ένδειξη ακαταλληλότητας του άλλου (Μιχαλακάκου, Η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τη νομολογία, 2015, σ. 40). Αμφότεροι κατά τεκμήριο είναι ικανοί στο γονεϊκό ρόλο και το ανήλικο έχει το δικαίωμα να διατηρεί μια ισορροπημένη σχέση και με τους δυο γονείς. Ιδανική λύση είναι η διατή­ρηση της συμμετοχής και η ενεργητική παρουσία και των δυο γονέων στην ανατροφή του παιδιού, γιατί το τελευ­ταίο δεν χρειάζεται μόνο τον καλύτερο από αυτούς (Δεμερτζής, Η ουσιαστική και οικονομική αναγκαία μεταρ­ρύθμιση της επιμέλειας, Δ 2008, 140 επ.).

Εξάλλου σημα­ντικό κριτήριο για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου αποτελεί η προσωπική του γνώμη, η αναζήτηση της οποίας εξαρτάται από την ωριμότητα αυτού, η οποία προϋποθέτει κάποια ηλικία και πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονι­κή μέριμνα (άρθρο 1511 § 3 ΑΚ), χωρίς όμως να είναι δε­σμευτική. Ως ωριμότητα του τέκνου είναι η ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του (ΑΠ 201 /2010 ΝοΒ 2010,174, ΑΠ 1316/2009 ΝοΒ 2010,162 Λαδογιάννης σε Aπ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ II, 2013, σ. 86S, αρ. 8). Η ηλικία από μόνη της δεν είναι ενδεικτική της ωριμότητας (ΑΠ 561 /2003 ΝοΒ 2004, 23).

Η γνώμη του ανηλίκου δεν αποτελεί ίδιο απο­δεικτικό μέσο, ούτε πρέπει να εξομοιώνεται με μαρτυρι­κή κατάθεση, και δεν έχει ως σκοπό την απόκτηση απο­δεικτικών στοιχείων. Αντίθετα η ακρόαση πρέπει να απο­σκοπεί στην ανάπτυξη από το παιδί, των σκέψεων, αισθη­μάτων, αναγκών και επιθυμιών του, που θα αποτελέσουν ένα οδηγό για την κρίση του δικαστηρίου και θα συνεκτιμηθούν με τα υπόλοιπα στοιχεία (ΜΠρΑθ 60/2017 ΕφΑθ 2017, 55 με παραπομπή σε Σκορίνη-Παπαρρηγοπούλου, Η ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ανάπτυξη των δικαιωμάτων των παιδιών Ν 2502/1997. Παρουσίαση των βασικών της σημείων και της σημασίας της στο ισχύον ελληνικό δίκαιο, ΕλλΔνη 2003, 326)…".

  1.  Διατροφή και επιμέλεια των παιδιών:  άμεση προσωρινή δικαστική προστασία
Όταν οι γονείς χωρίζουν, σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων (δηλαδή τις δικαστικές αποφάσεις) κρίνεται ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, προς το σκοπό της προσωρινής επιδίκασης της διατροφής, που τα ανήλικα τέκνα των δύο μερών δικαιούνται, λόγω της αδυναμίας τους να διαθρέψουν τον εαυτό τους, καθόσον συνήθως δεν διαθέτουν εισοδήματα από περιουσία και η ηλικία τους και οι ανάγκες για εκπαίδευση δεν τους επιτρέπουν να εργαστούν.
Προς τον σκοπό καθορισμού του ποσού της δικαιούμενης από αυτά διατροφής από το δικαστήριο, θα αξιολογηθούν καταρχήν τα εισοδήματα των διαδίκων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια θα προσδιοριστούν οι ανάγκες των ανήλικων τέκνων τους.

Το μέτρο της διατροφής των παιδιών προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για την ανατροφή και την εν γένει εκπαίδευση του. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (Α.Π. 1384/2008 Α.Π. 823/2003).

Κατέστησε δε ο νομοθέτης υπεύθυνους και τους δύο γονείς, ενόψει της ισότητας των δύο φύλλων και της αμοιβαίας υποχρέωσής τους, προς ανατροφή και εκπαίδευση του τέκνου.

Για να καθορισθεί το ποσό της διατροφής, αξιολογούνται, κατ’ αρχήν, τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Καθοριστικό δε στοιχείο, είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσης του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες απαιτήσεις (Α.Π. 416/2007). Η δαπάνη για την εξυπηρέτηση στεγαστικών ή καταναλωτικών δανείων δεν προαφαιρείται από το εισόδημα του υποχρέου αλλά λαμβάνεται υπόψη ως επί πλέον βιοτική ανάγκη (ΑΠ 120/2013, ΑΠ 837/2009).

Περαιτέρω,  σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, όταν το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους εν διαστάσει ευρισκομένους γονείς του, πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσης το συμφέρον και μόνο του ανηλίκου τέκνου, χωρίς να επιδρά αυτοτελώς στη λήψη της απόφασής του κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες, που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι το φύλο, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινωνική προέλευση, η περιουσιακή κατάσταση κλπ.

Για τη λήψη της απόφασης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τους μέχρι τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς του και τους τυχόν αδελφούς του, τις τυχόν συμφωνίες των γονέων σχετικά με την επιμέλεια και την περιουσία του τέκνου, καθώς και τη γνώμη του τέκνου, εφόσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, εν όψει της ηλικίας του και της πνευματικής του ανάπτυξης, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγματικό του συμφέρον.

Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και προς διαπίστωσή του λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς η εκφρασθείσα γνώμη του τέκνου να αποτελεί, χωρίς άλλο, αποφασιστικό παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι πολλάκις η θέληση του ανηλίκου είναι αποτέλεσμα επηρεασμού και πρόσκαιρη, και δεν σημαίνει ότι εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον του.

Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας. Για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το δικαστήριο τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα ψυχολογίας, πρέπει δε να αιτιολογείται ειδικά και, εμπεριστατωμένα. 

  1.  Η τύχη της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου
Σύμφωνα με όσα ορίζονται στον ελληνικό νόμο, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, από τότε που τελέσθηκε ο γάμος, τότε ο άλλος σύζυγος δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή.

Τεκμαίρεται μάλιστα ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί στο δικαστήριο μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Εξάλλου, στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.
_____________________

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει οι σύζυγοι να απευθυνθούν σε εξειδικευμένο στα ζητήματα του διαζυγίου, καθώς και διατροφής, επιμέλειας και επικοινωνίας ανηλίκων τέκνων δικηγόρο, ο οποίος αφού μελετήσει τα δεδομένα της υπόθεσης, θα προχωρήσει στις απαραίτητες νομικές ενέργειες για την προάσπιση των συμφερόντων τους και βεβαίως κυρίως αυτών των παιδιών.


Ενημέρωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τα ζητήματα του διαζυγίου:  
https://e-justice.europa.eu/content_divorce-45-el-el.do?member=1


Το παρόν άρθρο επιχειρεί πολύ συνοπτικά να αναφέρει κάποια από τα βασικά ζητήματα που προκύπτουν από τη διαδικασία του διαζυγίου και δεν μπορεί να υποκαταστήσει σε καμία περίπτωση τις νομικές συμβουλές από εξειδικευμένο δικηγόρο.

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2020

Εγγυητής : πότε απαλλάσσεται από τραπεζικό δάνειο

Ο θεσμός της εγγύησης είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στις συναλλαγές, όπως λ.χ. στη σύμβαση δανείου από τράπεζα ή μίσθωσης επαγγελματικής κατοικίας. Δεν είναι λίγες ωστόσο, οι φορές που ο εγγυτής βρίσκεται εκτεθειμένος από την αδυναμία του πρωτοφειλέτη (λ.χ. δανειολήπτη ή μισθωτή) για τήρηση των οικονομικών του υποχρεώσεών του προς το δανειστή -  δηλαδή λ.χ. προς το τραπεζικό ίδρυμα.

Ανάγκη προστασίας του εγγυητή
Είναι προφανές ότι ο εγγυητής, ο οποίος συναλλάσσεται με την  τράπεζα, έχει την ίδια ανάγκη προστασίας με το δανειολήπτη απέναντι στους προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων, που συνάπτει με αυτήν (Τράπεζα), καθόσον η τελευταία, εκμεταλλευόμενη τη διαπραγματευτική της υπεροχή απέναντι σ΄αυτόν (εγγυητή), του επιβάλλει τη δική της συμβατική τάξη (Βλ. Σταθόπουλου/Χιωτέλλη/Αυγουστιανάκη, Κοινοτικό Αστικό Δίκαιο, 1995, σελ.47, Γ.Μεντή, Γενικοί Όροι Συναλλαγών σε καταναλωτικές και εμπορικές συμβάσεις, 2000, σελ.14 επ.).

Πότε απαλλάσσεται ο εγγυητής από τις υποχρεώσεις του;
Κατά το άρθρο 862 του Αστικού Κώδικα, που θα εξετάσουμε στην παρούσα σύντομη ανάλυση, ο εγγυητής ελευθερώνεται, δηλαδή απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα, εφόσον από πταίσμα της τελευταίας έγινε αδύνατη η ικανοποίησή της από τον οφειλέτη. 

Τί έχουν κρίνει τα ελληνικά δικαστήρια για την απαλλαγή του εγγυητή;
Ειδικότερα, όπως έχουν κρίνει τα δικαστήρια της χώρας, με την ανωτέρω διάταξη του 862 ΑΚ, τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται, από τυχόν εκ των προτέρων, παραίτηση του εγγυητή από το κατ` άρθρο 855 ΑΚ, δικαίωμα διζήσεως.
Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτήν ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαρειά αμέλεια του τελευταίου, δοθέντος ότι, σύμφωνα με το άρθρο 332 εδ. 1 ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Ολ.ΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Πότε υπάρχει περίπτωση απαλλαγής του εγγυητή;
Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκανε χρήση των δικαιωμάτων που του δίνουν οι διατάξεις των άρθρων 867- 868 ΑΚ) ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται, ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη, ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη.

Η κάθε περίπτωση κρίνεται διαφορετικά από το Δικαστήριο
Εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρειάς αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή εκείνης της βαρειάς, (σύμφωνα με την παραπάνω περίπτωση απαλλαγής) αξιολογική του κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 1296/2017, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 419/2013, ΑΠ 512/2008).

Αν ο εγγυητής έχει καταβάλει κάποιο ποσό μπορεί να το ζητήσει πίσω;
Στην παραπάνω περίπτωση, δικαιούται υπό προϋποθέσεις ο καταβάλλων εγγυητής να αναζητήσει, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, ό,τι κατέβαλε ως αχρεώστητο, δηλαδή να ζητήσει πίσω τα χρήματά του με προσφυγή στο Δικαστήριο.

Συμπέρασμα 
Ενόψει συνεπώς των ανωτέρω, προς το συμφέρον των εγγυητών, οι οποίοι έχουν περιέλθει σε δύσκολη θέση λόγω οικονομικής αδυναμίας των πρωτοφειλετών (λ.χ. δανειοληπτών ή μισθωτών), είναι η αναζήτηση ορθής νομικής συμβουλής και εκπροσώπησης προς υπεράσπιση των συμφερόντων τους και άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους, ακόμα και αν στη σύμβαση, την οποία έχουν υπογράψει, αναφέρεται παραίτησή τους από αυτά.