Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτόφωρο και διαρκές έγκλημα

1. ΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ που ορίζει την έννοια του αυτοφώρου εγκλήματος

Αυτόφωρο έγκλημα
Άρθρο 242 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

1. Αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα  που  γίνεται  ή  το  έγκλημα  που  έγινε  πρόσφατα. Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα από αυτήν  ο  δράστης  καταδιώκεται από  τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη από τα  οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο.
2.  Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μία από τις παραπάνω  περιπτώσεις, αν πέρασε όλη η επόμενη ημέρα από την τέλεση της πράξης.
3.   Τα  εγκλήματα  που  τελούνται  δια  του  τύπου θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.
4. Τα εγκλήματα που τελούνται από ανηλίκους δεν δικάζονται ως αυτόφωρα.

2. 9/2009 ΓΝΜΔ ΕΙΣΑΠ (ΕΓΚ)
Στα στιγμιαία εγκλήματα, τα οποία είναι εκείνα επί των οποίων η προσβολή του εννόμου αγαθού τελειούται διά της εφάπαξ πραγματώσεως της αντικειμενικής τους υποστάσεως, (Ν. Χωραφάς, Γεν.
Αρχαί, τόμ. πρώτος, σελ. 163) αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα που γίνεται ή το έγκλημα που έγινε πρόσφατα.

Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα από αυτήν ο δράστης καταδιώκεται από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μια από τις παραπάνω περιπτώσεις αν πέρασε όλη η επόμενη μέρα από την τέλεση της πράξης (άρθρο 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).

Επί των διαρκών αδικημάτων, εφόσον διαρκεί η τέλεση τους είναι αυτόφωρα. Για να χαρακτηρισθεί μια αξιόποινη πράξη ως διαρκές έγκλημα, πρέπει όχι μόνο η αρχική τέλεση της να στοιχειοθετεί την κατά νόμο αντικειμενική της υπόσταση, αλλά και η παραπέρα από το δράστη διατήρηση της να μην αποτελεί μόνο συνέπεια, αλλά συνέχεια αυτής, δηλαδή να στοιχειοθετεί και αυτή την αντικειμενική υπόσταση του ιδίου εγκλήματος.

Έτσι λοιπόν, στην κατά νόμο αντικειμενική υπόσταση του διαρκούς εγκλήματος δεν ανήκει μόνο η παραγωγή ή η τέλεση του εγκλήματος, αλλά νόμιμα εντάσσεται σ` αυτή και η παραπέρα διατήρηση του, που στοιχειοθετεί και αυτή την αντικειμενική υπόσταση του αρχικού εγκλήματος. 

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το διαρκές έγκλημα είναι μεν τυπικά τετελεσμένο όταν πραγματοποιηθεί η σύμφωνα με το νόμο αντικειμενική του υπόσταση, όμως τούτο αποπερατώνεται ουσιαστικά μόνον όταν αρθεί η παράνομη κατάσταση που έχει από αυτό δημιουργηθεί και που η διατήρηση της στοιχειοθετεί το αρχικό έγκλημα και έτσι αποΐελεί τη συνέχιση του (ΓνωμΕισΑΠ Κων. Σταμάτη με τις σ` αστή παραπομπές στη νομολογία και τη θεωρία ΠοινΧρΛΔ`,98). (...).

Σύντομος ορισμός: Διαρκή εγκλήματα είναι εκείνα στα οποία η εγκληματική πράξη έχει διάρκεια τέτοια ώστε να μην επιτρέπει στο έννομο αγαθό να ειρηνεύσει. Τέτοια είναι επί παραδείγματι η παράνομη κατακράτηση (325 ΠΚ) και η απαγωγή (327 ΠΚ).