Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Ενημέρωση για την Ανακοπή των ασφαλισμένων στην ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και COMMERCIAL VALUE

Θα θέλαμε να ενημερώσουμε τους ασφαλισμένους, οι οποίοι επικοινωνούν με το Δικηγορικό μας Γραφείο, προκειμένου να μας αναθέσουν την άσκηση Ανακοπής κατά των καταστάσεων με τους δικαιούχους αποζημίωσης, ότι θα πρέπει πρώτα να ελέγξουν, αν έχει καταχωρηθεί η απαίτησή τους στη δημοσιευμένη κατάσταση δικαιούχων αποζημίωσης στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος:


Σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητη η άσκηση Ανακοπής, οι ασφαλισμένοι θα πρέπει να μας αποστείλουν μέσω mail ή ταχυδρομείου, ή να μας προσκομίσουν με επίσκεψη στο Δικηγορικό μας Γραφείο, 
- αντίγραφα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους με όλες τις σελίδες,
- αντίγραφα αποδείξεων καταβολής των ασφαλίστρων από την έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης, κυρίως προσκόμιση αποδείξεων καταβολής ασφαλίστρων κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν την ανάκληση άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας,
- εκτύπωση του ποσού που είχε αναγνωριστεί για το ασφαλιστήριο συμβόλαιό τους στο Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής το έτος 2011, εφόσον υπάρχει.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνείτε με το Δικηγορικό μας Γραφείο στα τηλέφωνα : 210 3000 748 και 210 33 14 530,   FAX: 210 3000728,   email: drososlaw@gmail.com

Διεύθυνση Δικηγορικού Γραφείου: Δημητσάνας 42, Αθήνα, Τ.Κ. 11522. 

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Ανακοπή των ασφαλισμένων στις εταιρίες ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και COMMERCIAL VALUE

Σύμφωνα με ανακοίνωση των υπό εκκαθάριση ασφαλιστικών εταιριών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και COMMERCIAL VALUE η προθεσμία για την άσκηση Ανακοπής στο Πρωτοδικείο Αθηνών λήγει την 18η Ιανουαρίου 2016. 

Ωστόσο, προκειμένου να υπάρξει επαρκής χρόνος για τη μελέτη και νομική αξιολόγηση του κάθε ασφαλιστηρίου συμβολαίου και της κάθε απαίτησης για αποζημίωση, θα πρέπει μέχρι τέλους του έτους 2015 να επικοινωνήσετε με το Δικηγορικό μας Γραφείο, προκειμένου να εκδηλώσετε το ενδιαφέρον σας για τη συμμετοχή σας στην άσκηση ομαδικής Ανακοπής κατά των καταστάσεων με τους δικαιούχους αποζημίωσης.

Κατά την τηλεφωνική επικοινωνία με το Δικηγορικό μας Γραφείο δίνονται δειυκρινίσεις για όλα τα ζητήματα νομικά και μη από το Δικηγόρο Δρόσο Γρηγόριο.

Τα τηλέφωνα επικοινωνίας με το Δικηγορικό μας Γραφείο είναι τα:
210 3000748 (ανοικτή γραμμή επικοινωνίας και το Σαββατοκύριακο) και  
210 3314536,  210 3314530.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Ανακοπή κατά των καταστάσεων δικαιούχων αποζημίωσης των εταιριών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και COMMERCIAL VALUE

Ευχαριστούμε τους δεκάδες ασφαλισμένους από όλη την Ελλάδα για την εμπιστοσύνη που μας επέδειξαν στην υπόθεση Ανακοπής κατά των Καταστάσεων Δικαιούχων των εταιριών "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και "COMMERCIAL VALUE".

Επαναλαμβάνουμε ότι η άσκηση της Ανακοπής στο Πρωτοδικείο Αθηνών είναι το ύστατο όπλο για τους ασφαλισμένους και τη διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους για αποζημίωση βάσει της υφιστάμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας.

Η εκδήλωση ενδιαφέροντος για συμμετοχή στην Ανακοπή συνεχίζεται στα τηλέφωνα 2103000748, 2103314530 και 2103314536.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΣΤΙΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΚΑΙ COMMERCIAL VALUE

Σε συνέχεια της χθεσινής μας ανακοίνωσης για τη δημοσίευση των καταστάσεων δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, δηλαδή των ασφαλισμένων στις εταιρίες "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και "COMMERCIAL VALUE" στην αρμόδια Εποπτική Αρχή (Τράπεζα της Ελλάδος), 
ενημερώνουμε όσους ασφαλισμένους δεν έχουν συμπεριληφθεί στις ανωτέρω καταστάσεις, ότι μόνο με Ανακοπή κατά των Καταστάσεων στο αρμόδιο Δικαστήριο υπάρχει η δυνατότητα να συμπεριληφθεί η απαίτησή τους κατά των ασφαλιστικών εταιριών, ώστε να δικαιούνται αποζημίωση σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στη σχετική νομοθεσία. Η προθεσμία για την κατάθεση της Ανακοπής λήγει σε 45 ημέρες από την τελευταία δημοσίευση των Καταστάσεων Δικαιούχων, δηλαδή λήγει τον Ιανουάριο 2015.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο έχει ήδη, συγκεντρώσει ένα σημαντικό αριθμό ενδιαφερομένων, προκειμένου να κατατεθεί ομαδική Ανακοπή κατά των Καταστάσεων Δικαιούχων στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα για τις απαιτήσεις από τις εταιρίες "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και "COMMERCIAL VALUE".

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Ανάρτηση Χαρτοφυλακίου των εταιριών "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και "COMMERCIAL VALUE" με τους ασφαλισμένους που δικαιούνται αποζημίωση

Σύμφωνα με σχετική ανάρτηση στην ιστοσελίδα των εταιριών "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" και "Commercial Value ΑΑΕ" ολοκληρώθηκε η διαδικασία κατάρτισης και καταχώρησης των καταστάσεων των δικαιούχων απαιτήσεων κατά των εταιριών. Θυμίζουμε ότι η αναγγελία των απαιτήσεων από τους ασφαλισμένους είχε ολοκληρωθεί στις 17 Σεπτεμβρίου 2015.
Ειδικότερα, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:

"Ανακοινώνεται στους ασφαλισμένους των εταιρειών ότι καταρτίστηκαν και καταχωρήθηκαν στην αρμόδια Εποπτική Αρχή (Τράπεζα της Ελλάδος) οι καταστάσεις δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων της επαληθευμένης απαίτησής τους με βάση τα καθορισμένα κριτήρια αναζήτησης στην ιστοσελίδα  https://liqportfolios.bankofgreece.gr:63747/default.aspx

Μπορείτε να διαβάσετε τις οδηγίες για τη χρήση της εφαρμογής στο αρχείο:
Οδηγίες για την χρήση της εφαρμογής στην ιστοσελίδα της ΤτΕ. (....)".

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Επιμέλεια και Διατροφή ανήλικου παιδιού

Σε περίπτωση που ένα ζευγάρι φτάσει στο σημείο να σκέφτεται το χωρισμό και έχει μικρά παιδιά, προκύπτει το ζήτημα του με ποιον από τους δύο γονείς θα κατοικήσουν τα παιδιά, καθώς και η ρύθμιση των οικονομικών ζητημάτων που έχουν σχέση με τα παιδιά. 
Καταρχήν, τα ζητήματα αυτά αφορούν την ανάθεση της επιμέλειας των ανήλικων παιδιών σε ένα από τους δύο γονείς, ενώ υπάρχει και η περίπτωση να διατηρήσουν την επιμέλεια και οι δύο γονείς από κοινού. 
Θα πρέπει όμως, πριν υπεισέλθουμε σε πιο δύσκολα και πολύπλοκα ζητήματα που αφορούν την επιμέλεια, αλλά και αυτό του προσδιορισμού της διατροφής του παιδιού, στην οποία υποχρεούται ο κάθε γονέας από το νόμο, να ξεκινήσουμε με κάποιες βασικές έννοιες. 
Αυτός είναι και ο σκοπός του παρόντος άρθρου, δηλαδή να δώσει κάποιες εισαγωγικές πληροφορίες για το ζήτημα της επιμέλειας και της διατροφής των ανήλικων παιδιών ή, όπως αναφέρονται στη νομική γλώσσα των δικαστηρίων "των ανηλίκων τέκνων".

Τί είναι η επιμέλεια τέκνου;
Σύμφωνα με το άρθρο 1518 του Αστικού Κώδικα  η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του.

Τί είναι γονική μέριμνα;
Από τις διατάξεις των άρθρων 1511, 1512, 1513 και 1514 του ΑΚ, συνάγεται ότι η γονική μέριμνα ανήλικου τέκνου, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1510 και 1518 του ίδιου Κώδικα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του, ασκείται από τους γονείς του από κοινού.

Τί συμβαίνει με την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, όταν ένα ζευγάρι χωρίζει;
Θα πρέπει το ζευγάρι να αποφασίσει ποιος από τους δύο γονείς θα έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους, ή αν θα την έχουν από κοινού, ενώ η γονική μέριμνα παραμένει καταρχήν και στους δύο γονείς. Σε περίπτωση διαφωνίας τους θα πρέπει τουλάχιστον ο ένας από τους δύο γονείς να προσφύγει στο Δικαστήριο, προκειμένου να εκδοθεί σχετική απόφαση, η οποία θα ρυθμίσει τη μεταξύ τους κατάσταση.

Ποιό είναι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζει το Δικαστήριο για την ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου;
Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως (διάσταση), οπότε ανατρέπονται οι συνθήκες της οικογενειακής ζωής και δημιουργείται χωριστή εγκατάστασή τους, αποκλειστικός οδηγός της δικαιοδοτικής κρίσεως του Δικαστηρίου, το οποίο και καλείται, σε περίπτωση διαφωνίας τους, ν` αποφασίσει σχετικά με την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, μόνο την επιμέλεια του προσώπου του, πρέπει να είναι το συμφέρον του τελευταίου, χωρίς να επιδρά στην λήψη της αποφάσεώς του, αυτοτελώς, κανένας από τους διαφορετικούς, ενδεχομένως, βασικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο καθενός των γονέων (βλ. Α.Π 1728/1999 ΕλλΔνη 41, σελ. 972).

Τί δυνατότητες έχει το Δικαστήριο κατά την ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου;
Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1513 και 1514 του Α.Κ. και μετά στάθμιση του συμφέροντος του ανηλίκου, προς το οποίο πρωτίστως, κατά τα προεκτεθέντα, ενεργεί , ν` αναθέσει την γονική του μέριμνα, ή την επιμέλεια του προσώπου του, σ` ένα μόνο των γονέων του ή και σε αμφοτέρους από κοινού, εάν οι ίδιοι συμφωνούν στην λύση αυτή, συγχρόνως δε καθορίζει τον τόπο διαμονής του ανηλίκου, ή και να την κατανείμει μεταξύ των γονέων του (βλ. Α.Π.534/1996 Ελλδνη 37, σελ. 1549, Γεωργίάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, κάτω από τα άρθρα 1513-1514, αριθ. 43 επομ, 65 επομ, 77 επομ).

Τί υποχρέωση προκύπτει από το νόμο για τους γονείς σχετικά με τη διατροφή των τέκνων τους;
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του Α.Κ., όπως αυτές τώρα ισχύουν, προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και αν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά δεν αρκούν για την διατροφή του. 

Πώς καθορίζεται το μέτρο της διατροφής του ανηλίκου τέκνου;
Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτηρήσεως και εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (Α.Π 823/2000 ΕλλΔνη 41, σελ. 1597). 

Πώς καθορίζεται το ποσό της διατροφής του ανηλίκου τέκνου;
Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ` αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεώς του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις

Μπορεί να συνυπολογιστεί η περιποίηση και η φροντίδα που προσφέρει ο γονέας στο τέκνο που έχει την επιμέλειά του;
Εκείνος από τους γονείς που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την πραγματική διάθεση των χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με την συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στη υποχρέωσή του για την διατροφή του τέκνου. 

Τί δυνατότητα έχει ο γονέας που δεν έχει την επιμέλεια του τέκνου, σε περίπτωση που στραφεί εναντίον του για καταβολή διατροφής ο γονέας που την έχει;
Αν το ανήλικο τέκνο που δικαιούται διατροφή στραφεί μόνο κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων του, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας να επικαλεστεί, κατ` ένσταση, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη με βάση αυτήν υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (βλ. Α.Π884/2003, ΕλλΔνη 45, σελ. 117). 

Ποιό είναι το δικαίωμα της επικοινωνίας, το οποίο διατηρεί ο γονέας που δεν έχει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου;
Κατά το άρθρο 1520 παρ. 1 και 3 του Α.Κ, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του, ως καθιερούμενο δικαίωμα εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1510 έως 1519 του ΑΚ) και απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής του γονέα προς το τέκνο, κατά τη ρύθμιση όμως αυτού του δικαιώματος λαμβάνεται υπόψη πρωτίστως το αληθινό συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 255/2011 δημοσ. ΝΟΜΟΣ) που υπάρχει όταν η επικοινωνία συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου και της προσωπικότητας του ανηλίκου. 

Υπάρχει δυνατότητα από το Δικαστήριο να αποκλειστεί το δικαίωμα της επικοινωνίας με το τέκνο;
Το δικαίωμα της επικοινωνίας δεν αναιρείται από οποιαδήποτε υπαιτιότητα του γονέα για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του ούτε μπορεί να αποκλειστεί, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η άσκησή του με οποιοδήποτε τρόπο θα απέβαινε επιβλαβής για το ανήλικο. Το συμφέρον του τέκνου, ως κριτήριο για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται από το δικαστήριο ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, συνεκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. 
Σημαντικό κριτήριο για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου αποτελεί η προσωπική του γνώμη, η αναζήτηση της οποίας εξαρτάται από την ωριμότητά του, η οποία προϋποθέτει κατ` αρχήν μία κάποια ηλικία.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Όσα αναφέρονται στο παρόν άρθρο αποτελούν μία εισαγωγική προσέγγιση στην ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου ανηλίκου τέκνου και στην έννοια της διατροφής του. Για περισσότερες πληροφορίες, θα πρέπει να συμβουλευτείτε εξειδικευμένο Δικηγορικό Γραφείο, καθώς η κάθε περίπτωση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και επιδέχεται διαφορετικής αντιμετώπισης.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Είναι απόρρητη η επικοινωνία μας στο τηλέφωνο, τα e-mail και τα sms ;

Τι θεωρείται απόρρητο στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες;
Στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, απόρρητα σύμφωνα με τη νομοθεσία, θεωρούνται:
α)Το περιεχόμενο της επικοινωνίας (περιεχόμενο τηλεφωνικών κλήσεων, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και γενικά οποιασδήποτε επικοινωνίας φωνής, εικόνας, δεδομένων).
β)Η ταυτότητα του καλούντος και του καλουμένου.
γ)Η ταυτότητα του αποστολέα και του παραλήπτη ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
δ)Τα δεδομένα θέσης της τερματικής συσκευής (γεωγραφικός εντοπισμός).

Τί είναι “ηλεκτρονικές επικοινωνίες”;
Mε τον όρο ηλεκτρονικές επικοινωνίες, εννοούμε τη μεταβίβαση πληροφοριών με συστήματα μετάδοσης ηλεκτρικών ή ηλεκτρομαγνητικών σημάτων. Τέτοιες είναι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), τα μηνύματα που στέλνουμε με τα κινητά μας τηλέφωνα (sms) αλλά και οι τηλεφωνικές μας συνομιλίες και οποιαδήποτε άλλη ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ υπολογιστικών συστημάτων.

Ποιός είναι ο υπεύθυνος φορέας για τη διασφάλιση του Απορρήτου των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών;
Με το άρθρο 1 του νόμου 3115/2003 συστάθηκε, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (AΔΑΕ) με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών, της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο καθώς και την ασφάλεια των δικτύων και πληροφοριών. 

Τι σημαίνει άρση του απορρήτου των επικοινωνιών;
Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών είναι μια κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη διαδικασία, βάσει της οποίας τα στοιχεία της επικοινωνίας, τα οποία είναι καταρχήν απόρρητα, καθίστανται γνωστά σε συγκεκριμένες Αρχές και για συγκεκριμένους λόγους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος, η άρση αυτή είναι δυνατόν να ισχύσει για τη δικαστική αρχή και όχι έναντι της διοίκησης για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
Η συγκεκριμένη διαδικασία για την πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής εξειδικεύεται στο ν. 2225/1994 και στο ΠΔ 47/2005.

Πότε γίνεται άρση του απορρήτου;
Σύμφωνα με τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 19, άρση του απορρήτου γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
Οι προαναφερθέντες λόγοι εξειδικεύονται με τις διατάξεις του ν. 2225/1994, όπως ισχύει, ο οποίος περιλαμβάνει και κατάλογο των εγκλημάτων για τη διακρίβωση των οποίων μπορεί να διαταχθεί με διάταξη του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου η άρση του απορρήτου.
Στην άρση του απορρήτου πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση η αρχή της αναλογικότητας και η άρση να λαμβάνει χώρα μόνον εντός των ρητά προβλεπομένων χρονικών ορίων (άρθρο 5 ν. 2225/1994).

Τι ποινές επισύρει η παραβίαση του απορρήτου;
Η παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών είναι ποινικό αδίκημα. Στη νομοθεσία (άρθρο 370Α του Ποινικού Κώδικα, Ν.3674/2008, Ν.3115/2003, όπως ισχύει) προβλέπονται αυστηρές ποινικές κυρώσεις έναντι φυσικών προσώπων (έως 10ετή κάθειρξη). Εξάλλου, η παραβίαση της νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών επισύρει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων έναντι παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (σύσταση, χρηματικό πρόστιμο, ανάκληση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών), από την ΑΔΑΕ και άλλες Δημόσιες Αρχές. Επομένως, κάθε χρήστης υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορεί, εάν παραβιάζεται το απόρρητο της επικοινωνίας του, να προσφεύγει στα δικαστήρια, πολιτικά ή/και ποινικά, για την ικανοποίησή του. 

Τι ισχύει στις περιπτώσεις κακόβουλων/ενοχλητικών κλήσεων;
Εάν δέχεστε κακόβουλες ή ενοχλητικές κλήσεις με απόκρυψη, έχετε το δικαίωμα να ζητήσετε από τον πάροχο της σύνδεσής σας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες, να προχωρήσει στην εξουδετέρωση της δυνατότητας μη αναγραφής της καλούσας γραμμής για τις εισερχόμενες κλήσεις και να σας γνωστοποιήσει εγγράφως κατάλογο με τους αριθμούς που σας κάλεσαν στο διάστημα αυτό.
Στην περίπτωση που επιθυμείτε να ενημερωθείτε και για την ταυτότητα του κακοβούλως καλούντος συνδρομητή ή χρήστη, αυτό θα πρέπει να διαταχθεί από τον αρμόδιο κατά περίπτωση τακτικό ανακριτή ή εισαγγελέα με ειδική παραγγελία προς τους παρόχους, στο πλαίσιο τακτικής ανάκρισης ή προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης κατόπιν σχετικής εγκλήσεως.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Τί είναι υπεξαίρεση;

Τί είναι υπεξαίρεση;
Eίναι ποινικό αδίκημα, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στα αδικήματα που υπάρχουν στον Ποινικό Κώδικα της χώρας μας και συγκεκριμένα στο άρθρο 375 αυτού.
                                              
Ποιές είναι οι κυρώσεις για το αδίκημα της υπεξαίρεσης;
Οι κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος, είναι σοβαρές και εξαρτώνται ανάλογα με την αξία του πράγματος που υπεξαιρείται. Έτσι, υπεξαίρεση μπορεί είτε να αποτελεί πλημμέλημα, που τιμωρείται με φυλάκιση με ανώτατο όριο τα 5 έτη φυλάκισης, είτε κακούργημα με ανώτατο όριο τα 10 έτη κάθειρξη.

Ποιά είναι η έννοια της υπεξαίρεσης με απλά λόγια;
Σε μία απλουστευμένη περιγραφή,το αδίκημα της υπεξαίρεσης υπάρχει, όταν κάποιος, ο οποίος έχει ήδη στην κατοχή του ένα αντικείμενο (πράγμα), που δεν του ανήκει, το χρησιμοποιεί σαν να είναι δικό του, όπως π.χ. ο υπάλληλος που εργάζεται στο ταμείο επιχείρησης, αφαιρεί χρήματα από το ταμείο και τα βάζει στην τσέπη του.

Τί αναφέρεται στον ποινικό κώδικα για την υπεξαίρεση;
Στο άρθρο 375 του ΠΚ ορίζεται ότι:
1. Όποιος  ιδιοποιείται  παρανόμως  ξένο  (ολικά  ή  εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε  στην  κατοχή  του  με  οποιονδήποτε  τρόπο τιμωρείται  με φυλάκιση μέχρι  δύο  ετών  και, αν το αντικείμενο της  υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση  τουλάχιστον ενός έτους.
Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενο εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.

Ποιές είναι οι νομικές προϋποθέσεις για την υπεξαίρεση;
Τα δικαστήρια της χώρας έχουν ασχοληθεί με την ερμηνεία του άρθρου 375 του Ποινικού Κώδικα, που αφορά την υπεξαίρεση. Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής:
1) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, 
2) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το Αστικό Δίκαιο, σε άλλον εκτός από το δράστη,
3) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη,
4) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιολογητικού λόγου και
5) υποκειμενικά δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του, να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία (απόφαση Αρείου Πάγου υπ' αριθμ. 214/2015).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Όσα αναφέρονται στο παρόν άρθρο αποτελούν μία εισαγωγική προσέγγιση στην έννοια της υπεξαίρεσης. Για περισσότερες πληροφορίες για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, θα πρέπει να συμβουλευτείτε εξειδικευμένο Δικηγορικό Γραφείο, καθώς η κάθε περίπτωση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και επιδέχεται διαφορετικής αντιμετώπισης.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ: ερωτήσεις και απαντήσεις για τις συνέπειες του νόμου.

Είναι δεδομένο ότι για την ασφάλεια όλων όσων βρίσκονται στους δρόμους, το πιο απλό πράγμα που μπορεί να συμβεί είναι οι οδηγοί οχημάτων να μην πίνουν. Υπάρχει μία περίπτωση να μην επηρεαστεί η οδήγηση σημαντικά, όταν η κατανάλωση αλκοόλ είναι πραγματικά πολύ μικρή, ωστόσο είναι πολύ δύσκολο να καθοριστεί ποια είναι αυτή η ποσότητα, καθώς υπάρχουν πολυάριθμοι παράγοντες που το καθορίζουν για τον κάθε άνθρωπο. Επομένως, το ασφαλέστερο για όλους είναι να μην πιουν καθόλου.

Οι κυρώσεις, ποινικές και διοικητικές, που θα αναφερθούν στη συνέχεια, είναι το λιγότερο που μπορεί να συμβεί σε οδηγό που πίνει και οδηγεί, αυτό είναι προφανές σε όλους...
Για λόγους πιο απλής δομής του άρθρου θα ασχοληθούμε με τη πιο συνηθισμένη μέθοδο για τη μέτρηση αλκοόλ, δηλαδή, τη μέτρηση που γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Ποιός νόμος εφαρμόζεται σχετικά με την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ;
Εφαρμόζεται το άρθρο 42 του νόμου 2696/1999, δηλαδή του ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ, όπως έχει τροποποιηθεί σήμερα και έχει τον τίτλο:Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, φαρμάκων ή τοξικών ουσιών”.

Ποιά είναι τα όρια της κατανάλωσης αλκοόλ;
Τα όρια που θέτει ο νόμος είναι πολύ χαμηλά. Συγκεκριμένα, ο οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,10 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Πόσο εύκολο είναι να υπερβεί κάποιος το όριο του νόμου:
Αρκετά εύκολο, αφού αρκεί λ.χ. η κατανάλωση μίας μπύρας των 500 ml με περιεκτικότητα σε αλκοόλ 5%. Γενικά, ισχύει ότι όσο μεγαλύτερη είναι η περιεκτικότητα ενός ποτού σε αιθυλική αλκοόλη τόσο λιγότερη ποσότητα είναι ικανή για να μας οδηγήσει να ξεπεράσουμε το νόμιμο όριο.

Ποιές είναι γενικά οι κυρώσεις, αν βρεθεί κάποιος να έχει πιει παραπάνω από το νόμιμο όριο;
Στο νόμο υπάρχει διαβάθμιση στη βαρύτητα της ποινής, ανάλογα με την ποσότητα του αλκοόλ που έχει καταναλώσει κάποιος. Έτσι, όσο περισσότερο έχει πιει κάποιος, τόσο αυστηρότερη είναι η ποινή. Οι ποινές ξεκινούν από διοικητικό πρόστιμο 200 ευρώ με ακινητοποίηση οχήματος και φθάνουν μέχρι ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και διοικητικό πρόστιμο τουλάχιστον δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, καθώς και επιτόπου αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για πέντε (5) χρόνια.

Αν έχει καταναλώσει κάποιος πολύ λίγη ποσότητα αλκοόλ, τί κυρώσεις θα έχει:
Τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο διακοσίων (200,00) ευρώ, εάν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του κυμαίνεται από 0,10 έως 0,40 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Αν έχει πιει κάποιος αρκετά, τί κυρώσεις θα έχει;
Τιμωρείται με κράτηση μέχρι έξι (6) μηνών και πρόστιμο μέχρι τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και ακινητοποίηση οχήματος, εάν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω των 0,40 έως 0,60 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Στην περίπτωση αυτή η άδεια ικανότητας οδηγού επιστρέφεται μετά την παρέλευση του τριμήνου, μόνο με την προσκόμιση του αποδεικτικού καταβολής του διοικητικού προστίμου.

Αν έχει πιει κάποιος πολύ, τί κυρώσεις θα έχει;
Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) μηνών έως 5 έτη, διοικητικό πρόστιμο χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ και αφαίρεση, επιτόπου, της άδειας ικανότητας οδηγού για εκατόν ογδόντα (180) ημέρες, εάν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω των 0,60 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εμπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Στην περίπτωση αυτή η άδεια ικανότητας οδηγού επιστρέφεται μετά την παρέλευση του εξαμήνου, μόνο με την προσκόμιση αποδεικτικού καταβολής του διοικητικού προστίμου.

Με το αυτοκίνητο τί γίνεται, αν κάποιος οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ;
Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις το όχημα ακινητοποιείται υποχρεωτικά και φυλάσσεται.


Με τον οδηγό τί γίνεται;
Το πιθανότερο σενάριο είναι ο οδηγός να περάσει τη νύχτα στο αυτόφωρο. Αν μάλιστα ο έλεγχος γίνει Σάββατο βράδυ, ο οδηγός “κερδίζει” άλλη μία διανυκτέρευση στο αυτόφωρο, μέχρι τη Δευτέρα το πρωί!

Αν αρνηθεί κάποιος να υποβληθεί σε έλεγχο, τί συμβαίνει;
Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να αρνηθεί να υποβληθεί σε έλεγχο και να γλιτώσει... Ωστόσο, ο νόμος έχει προβλέψει και γι' αυτό: όποιος αρνείται να υποβληθεί σε έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό του οινοπνεύματος τεκμαίρεται ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω του 1,10 gr/l σύμφωνα με τη μέθοδο της αιμοληψίας, που είναι η βαρύτερη περίπτωση και έχει τις αντίστοιχες συνέπειες.

Αν κάποιος συλληφθεί για δεύτερη φορά να οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ, τί κυρώσεις θα έχει;
Αν τυχόν ο οδηγός ξανακάνει το ίδιο λάθος για δεύτερη φορά εντός δύο ετών, τότε τα πράγματα σοβαρεύουν πολύ περισσότερο και οι ποινές είναι πολύ πιο αυστηρές. Έτσι, επιβάλλεται για κάθε περαιτέρω παράβαση ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και διοικητικό πρόστιμο τουλάχιστον δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, καθώς και επιτόπου αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για πέντε (5) χρόνια. Στις περιπτώσεις αυτές, η άδεια ικανότητας οδηγού επιστρέφεται μετά την παρέλευση του συνολικού χρόνου αφαίρεσης της, μόνο με την προσκόμιση αποδεικτικού καταβολής των διοικητικών προστίμων.

Υπάρχει κάτι άλλο που θα πρέπει να ξέρω για τις συνέπειες της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ;
Στις παραπάνω περιπτώσεις που η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω των 0,60 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εμπνεόμενου αέρα, δηλαδή στη βαρύτερη περίπτωση, ή που ο οδηγός ξανακάνει το ίδιο λάθος για δεύτερη φορά και υπερβεί τα νόμιμα όρια κατανάλωσης αλκοόλ, η παράβαση τιμωρείται, παράλληλα και ανεξάρτητα από τις ποινικές και λοιπές κυρώσεις και με την ποινή της αφαίρεσης των κρατικών πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος για χρονικό διάστημα από δέκα (10) ημέρες έως έξι (6) μήνες, η οποία επιβάλλεται από το δικαστήριο, όταν βρεθεί κατηγορούμενος για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος.

Τί μπορεί να κάνει κάποιος, αν συλληφθεί να οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ;
Το καλύτερο που μπορεί να κάνει, είναι να επικοινωνήσει άμεσα και να συμβουλευτεί εξειδικευμένο δικηγόρο. Η νομοθεσία που αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πολύπλοκη, καθώς οι συνέπειες είναι ποινικές αλλά και διοικητικές. Επιπλέον, οι συνθήκες κάθε περίπτωσης είναι διαφορετικές και παίζουν μεγάλο ρόλο στην έκβαση κάθε υπόθεσης. Αν μάλιστα έχει προκληθεί τροχαίο ατύχημα, τότε προσθέτονται και άλλες σοβαρές ποινικές κυρώσεις.
Το άρθρο αυτό είναι μία γενική παρουσίαση των συνεπειών που μπορεί να έχει κανείς, αν συλληφθεί να οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ. Για τη νομική κάλυψη και υπεράσπισή σας, συμβουλευτείτε εξειδικευμένο Δικηγορικό Γραφείο.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Από πού προέρχεται η λέξη αυτόφωρο αδίκημα;

Μέσα από την επιτυχημένη δικαστηριακή ενασχόληση του Δικηγορικού μας Γραφείου με τη διαδικασία της «αυτόφωρης διαδικασίας» στο πλαίσιο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αλλά και τη βαθιά γνώση των διατάξεων αυτής, προέκυψε μία ενδιαφέρουσα αναζήτηση για την ετυμολογική προέλευση του «αυτοφώρου».

Το δεύτερο συνθετικό της λέξης είναι αυτό που έχει ενδιαφέρον και προέρχεται από την αρχαία λέξη «φωρ» που σημαίνει κλέφτης, λέξη της κλασικής αρχαιότητας, αν και όχι ομηρική, που συνδέεται με το ρήμα «φέρω» και σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη Γ. η λέξη «φωρ» θα σήμαινε αρχικώς «αυτός που φέρει (μαζί του) το κλεμμένο αντικείμενο».

Οι πιο τρανταχτές επιβιώσεις του αρχαίου φωρός είναι δυο λέξεις που τις χρησιμοποιούμε αρκετά στην καθημερινότητα. Καταρχάς, το επίθετο «αυτόφωρος», που σημαίνει την (αξιόποινη ή αξιόμεμπτη) πράξη που ο δράστης της γίνεται αντιληπτός τη στιγμή που τη διαπράττει ή αμέσως μετά (αν και στα νομικά αυτόφωρη θεωρείται η πράξη ώσπου να περάσει και ολόκληρη η επόμενη μέρα από την τέλεσή της) και η στερεότυπη φράση «επ’ αυτοφώρω», τη στιγμή που γίνεται μια αξιόποινη πράξη, συνελήφθη επ’ αυτοφώρω, έκφραση που υπάρχει ήδη από τα αρχαία (επ’ αυτοφώρω λαμβάνειν).
Και από εκεί και το ουσιαστικό «το αυτόφωρο», δηλ. το δικαστήριο που δικάζει αυτόφωρα πλημμελήματα ή πταίσματα - και, στην αργκό της πιάτσας, «ο αυτοφωράκιας», δηλαδή ο υπάλληλος επιχείρησης (π.χ. νυχτερινού κέντρου) η οποία παραβαίνει συχνά τον νόμο, που ο ρόλος του είναι να πηγαίνει στο αυτόφωρο αντί για τον ιδιοκτήτη ή διευθυντή της επιχείρησης.


Αυτόφωρο έγκλημα
Άρθρο 242 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
1. Αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα που γίνεται ή το έγκλημα που έγινε πρόσφατα. Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα από αυτήν ο δράστης καταδιώκεται από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο.
2. Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, αν πέρασε όλη η επόμενη ημέρα από την τέλεση της πράξης. (...).

Βλ. και το σχετικό άρθρο του Δικηγορικού μας Γραφείου για το αυτόφωρο αδίκημα http://gdrosos.blogspot.gr/2013/09/blog-post_30.html

Η άλλη λέξη της οικογένειας που έχει επιβιώσει στη σημερινή γλώσσα είναι το επίθετο «κατάφωρος», από το αρχαίο ρήμα «καταφωρώ» (πιάνω κάποιον επ’ αυτοφώρω), που λέγεται για πράξη ολοφάνερη, για την οποία δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία -να προσεχτεί ότι λέγεται πάντοτε για αξιόποινη ή κατακριτέα πράξη. Λέμε για κατάφωρη αδικία, κατάφωρη παραβίαση (π.χ. των νόμων ή του Συντάγματος), κατάφωρη λαθροχειρία, δεν λέμε για κατάφωρη ευεργεσία. Στα αρχαία υπήρχε και λέξη «κατάφορος», που δεν επιβίωσε στη σημερινή γλώσσα (έχουμε όμως την καταφορά) κι έτσι γλιτώσαμε ένα ομόηχο (αλλά έχουμε αμέτρητα άλλα).

Έχουμε βέβαια και τον φωριαμό, λέξη που οι περισσότεροι τη μάθαμε στο στρατό (αν πήγαμε) ή στις δημόσιες υπηρεσίες, και που είναι αρχαία, και μάλιστα ομηρική -αν και τότε δεν ήταν μεταλλική ντουλάπα βεβαίως, όπως είναι σήμερα. Τον φωριαμό ο Ερατοσθένης τον συνέδεε με την οικογένεια της λέξη φωρ, ότι είναι η κρυψώνα για τα κλεμμένα ας πούμε, αλλά οι σύγχρονοι μελετητές δεν είναι τόσο βέβαιοι -αν και την ανάγουν κι αυτήν στο ρήμα φέρω.


Για την ετυμολογική ανάλυση της λέξης "αυτόφωρο" συμβουλεύτηκα το Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη αλλά και το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου http://ww.sarantakos.wordpress.com/.

Τί είναι τα προσωπικά δεδομένα και πώς προστατεύονται;

Τί είναι τα προσωπικά δεδομένα;
Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή αλλιώς προσωπικά δεδομένα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε ένα ορισμένο πρόσωπο (το υποκείμενο των δεδομένων). Η πληροφορία αυτή μπορεί να αφορά σε στοιχεία αναγνώρισης (ονοματεπώνυμο, ηλικία, κατοικία, επάγγελμα, οικογενειακή κατάσταση κλπ.), φυσικά χαρακτηριστικά, εκπαίδευση, εργασία (προϋπηρεσία, εργασιακή συμπεριφορά κλπ), οικονομική κατάσταση (έσοδα, περιουσιακά στοιχεία, οικονομική συμπεριφορά), ενδιαφέροντα, δραστηριότητες, συνήθειες.
Τα προσωπικά δεδομένα χωρίζονται σε απλά και ευαίσθητα. Ο νομοθέτης παρέχει στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μεγαλύτερη προστασία ορίζοντας αυστηρότερες προϋποθέσεις για την πρόσβαση σε αυτά και την τήρηση αρχείων που τα εμπεριέχουν.

Ποιά είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα;
Με τον όρο ευαίσθητα χαρακτηρίζονται τα προσωπικά δεδομένα ενός ατόμου που αναφέρονται στη φυλετική ή εθνική του προέλευση, στα πολιτικά του φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, στη συμμετοχή του σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία του, στην ερωτική του ζωή, τις ποινικές διώξεις και καταδίκες του, καθώς και στη συμμετοχή του σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. Τα ευαίσθητα δεδομένα προστατεύονται από τον Νόμο με αυστηρότερες ρυθμίσεις από ότι τα απλά προσωπικά δεδομένα.

Ποιός νόμος αναφέρεαι στα προσωπικά δεδομένα;
Στην Ελλάδα ισχύει ο Νόμος 2472/1997 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ο οποίος εποπτεύεται από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Επίσης, ισχύει ο Νόμος 3471/2006 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
Ο παραπάνω νόμος προστατεύει φυσικά πρόσωπα (άτομα δηλαδή) που βρίσκονται εν ζωή. Αυτό σημαίνει ότι οι θανόντες και τα νομικά πρόσωπα (εταιρίες, σωματεία κ.λ.π.) δεν έχουν προσωπικά δεδομένα.

Υπό ποιές προϋποθέσεις επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων;
Η συλλογή, η επεξεργασία και η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις.
Συγκεκριμένα, στις διατάξεις του Ν. 2472/1997 προβλέπεται η κατ' εξαίρεση συλλογή, επεξεργασία ή και δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων.
Έτσι, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.

Επιτρέπεται η επεξεργασία των προσωπικών μου δεδομένων, χωρίς τη συγκατάθεσή μου;
Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν:
α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο.
β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο.
γ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, εάν αυτό τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του.
δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από αυτή είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο γνωστοποιούνται τα δεδομένα.
ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.


Το κείμενο επιμελήθηκε η ασκούμενη δικηγόρος Στυλιανή Μπακαμήτσου με επίβλεψη από το Δικηγόρο Δρόσο Γρηγόριο.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Aναστολή εργασιών Δικαστηρίων λόγω βουλευτικών εκλογών από 16 έως και 25 Σεπτεμβρίου 2015

Με εγκύκλιο του υπουργού Δικαιοσύνης, αναστέλλονται ενόψει των εκλογών, οι εργασίες όλων των Δικαστηρίων από τις 16 έως και τις 25 Σεπτεμβρίου 2015. Ποινικές δίκες που άρχισαν πριν τις 16/9/2015 συνεχίζονται και μετά. Για πλειστηριασμούς ισχύουν όσα προβλέπει το άρθρο 998 ΚΠολΔ. Εξαιρούνται η έναρξη Μεικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και η εκδίκαση κακουργημάτων όταν λήγει το ανώτατο όριο προσωρινής κράτησης.


Πηγή:portal.olomeleia.gr

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΓΙΑ ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΚΑΙ COMMERCIAL VALUE 2015

Για πολλοστή φορά μέσα στα τελευταία έτη οι ασφαλισμένοι των εταιριών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και COMMERCIAL VALUE καλούνται μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 2015 να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους προσκομίζοντας ταυτόχρονα όλα τα δικαιολογητικά τους έγγραφα. 
Δεν καλούνται και συνεπώς δεν αναγγέλλονται, όσοι έχουν ήδη αναγγείλει τις απαιτήσεις τους από ασφάλιση ζωής με βάση τις προηγηθείσες προσκλήσεις απαιτήσεων του Επόπτη χαρτοφυλακίου ζωής της 9ης Σεπτεμβρίου 2010 και του Επόπτη ασφαλιστικής εκκαθάρισης της 19ης Ιουνίου 2013 δεδομένου ότι οι προηγηθείσες αναγγελίες διατηρούν την ισχύ τους

Δεδομένο είναι ότι η διαδικασία εκκαθάρισης για τις δύο ως άνω ασφαλιστικές εταιρίες έχει καθυστερήσει χαρακτηριστικά και οι χιλιάδες ασφαλισμένοι συνεχίζουν να ταλαιπωρούνται, αλλά και να ελπίζουν για μία ικανοποιητική, έστω, έκβαση των απαιτήσεών τους. Το Δικηγορικό μας Γραφείο, γνωρίζοντας σε βάθος την υπόθεση, βρίσκεται από την αρχή στο πλευρό των ασφαλισμένων και θα συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του, υπερασπιζόμενο τα δικαιώματά τους.

Η επίσημη σχετική ανακοίνωση για την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ είναι η εξής: ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΑΣΠΙΣ

Η επίσημη σχετική ανακοίνωση για την COMMERCIAL VALUE είναι η εξής: ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ COMMERCIAL VALUE

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Υπηρεσίες για αναφορά της κακοδιοίκησης στο δημόσιο τομέα

Υπάρχουν, δυστυχώς, αρκετές περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πολίτες δεν εξυπηρετούνται ή δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες κατά τη συναλλαγή τους με το Δημόσιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν υπηρεσίες στις οποίες μπορούν να απευθυνθούν και ειδικότερα:

1. Στη Δ/νση Σχέσεων Κράτους – Πολίτη (ΔΙΣΚΠΟ) του ΥΠΕΣΔΔΑ-ΓΓΔΔ &ΗΔ
Η ΔΙΣΚΠΟ είναι Υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, αρμόδια για τη διαμόρφωση, το σχεδιασμό και την εφαρμογή προγραμμάτων πληροφόρησης των πολιτών, στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού της γραφειοκρατίας, της καλύτερης και ταχύτερης εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και της ενίσχυσης της διαφάνειας των διοικητικών πράξεων. Μεσολαβεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, για την απεμπλοκή των υποθέσεων των πολιτών και μεριμνά για την εφαρμογή του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όπως ισχύει.

2. Στο Συνήγορο του Πολίτη
Ο Συνήγορος του Πολίτη, (N. 2477/1997 – ΦΕΚ 59/Α΄ και N. 3094/03- ΦΕΚ10/Α΄) είναι Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή που ερευνά έπειτα από απλή αίτηση πολίτη ή νομικού προσώπου ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις ή υλικές ενέργειες οργάνων των δημοσίων υπηρεσιών που παραβιάζουν τα δικαιώματά τους ή προσβάλλουν τα νόμιμα συμφέροντά τους. Με το πέρας της έρευνας συντάσσεται πόρισμα, το οποίο γνωστοποιείται στην αρμόδια υπηρεσία, στον οικείο Υπουργό και στον ενδιαφερόμενο πολίτη.
Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει ως αποστολή τη διαμεσολάβηση μεταξύ των πολιτών και των δημοσίων υπηρεσιών, των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, για την προστασία των δικαιωμάτων τους, την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης και την τήρηση της νομιμότητας.
Ο πολίτης, που θέλει να προσφύγει στο Συνήγορο του Πολίτη, πρέπει να υποβάλει ενυπόγραφη αναφορά μέσα σε έξι (6) μήνες, από τότε που έλαβε γνώση των ενεργειών ή παραλείψεων για τις οποίες προσφεύγει.
Ωστόσο, ο Συνήγορος του Πολίτη δεν είναι αρμόδιος για θέματα που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών. Στην έννοια της υπηρεσιακής κατάστασης εντάσσεται οποιοδήποτε ζήτημα ανακύπτει λόγω της ένταξης ορισμένου προσώπου στο δημόσιο, ανεξαρτήτως της έννομης σχέσης απασχόλησης, όπως μισθοί, μισθολογικές ή βαθμολογικές προαγωγές, μεταθέσεις, μετακινήσεις, αποσπάσεις, επιδόματα, άδειες, πειθαρχικά θέματα.

3. Στα Ελεγκτικά Σώματα της Δημόσιας Διοίκησης και τα ειδικότερα στα όργανα εσωτερικού ελέγχου που λειτουργούν στις οικείες δημόσιες υπηρεσίες.
Η αναφορά προς τα Ελεγκτικά Σώματα πρέπει να είναι επώνυμη και υπογεγραμμένη και να υποβάλλεται αυτοπροσώπως, ταχυδρομικώς ή με τηλεομοιοτυπία (φαξ). Πρέπει, επίσης, να περιλαμβάνει συνοπτική περιγραφή του προβλήματος, την εμπλεκόμενη δημόσια υπηρεσία, τις ενέργειες που τυχόν έχουν προηγηθεί, το αποτέλεσμά τους και κάθε αποδεικτικό στοιχείο ή πληροφορία που είναι χρήσιμη για τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Τα Ελεγκτικά Σώματα συνιστούν όργανα εσωτερικού ελέγχου της Δημόσιας Διοίκησης και δεν υποχρεούνται να απαντούν σε αιτήματα πολιτών μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα. Επομένως, δεν ελέγχονται για μη τήρηση προθεσμίας, για απάντηση σε αίτημα πολίτη.

Τα κυριότερα Ελεγκτικά Σώματα της Δημόσιας Διοίκησης είναι τα ακόλουθα:
- Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης
Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης (Ν. 3074/2002- ΦΕΚ296/Α΄) αποτελεί θεσμό που ελέγχει καταγγελίες πολιτών, οι οποίες υποβάλλονται στο Γραφείο του, σχετικά με φαινόμενα κακοδιοίκησης στους φορείς του Δημοσίου (Υπουργεία, Περιφέρειες, Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, επιχειρήσεις αυτών, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, κ.α.) και στα Σώματα Ελέγχου αυτών. Διατάσσει, αυτεπαγγέλτως, τη διενέργεια επιθεωρήσεων, ερευνών και ελέγχων από το Σώμα Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και από τα ιδιαίτερα Σώματα και τις Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων του Δημοσίου.
Ο Γενικός Επιθεωρητής έχει, ως αποστολή, τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης. Παρακολουθεί και αξιολογεί το έργο των ελεγκτικών σωμάτων της Δημόσιας Διοίκησης και εντοπίζει τα φαινόμενα διαφθοράς και κακοδιοίκησης.

- Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (ΣΕΕΔΔ)
Το Σώμα Επιθεωρητών- Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (Ν. 3074/2002- ΦΕΚ296/Α΄) αποτελεί όργανο εσωτερικού ελέγχου της Δημόσιας Διοίκησης, αρμόδιο να διενεργεί επιθεωρήσεις, έ-ρευνες και έκτακτους ελέγχους, να συγκεντρώνει το αποδεικτικό υλικό για την άσκηση ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης και να ελέγχει τις δηλώσεις της περιουσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Τη διενέργεια του ελέγχου ή της έρευνας μπορεί να ζητήσει ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, ο Συνήγορος του Πολίτη ή ο επικεφαλής Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής, ο Ειδικός Γραμματέας, που προΐσταται του ΣΕΕΔΔ αυτεπάγγελτα ή κατόπιν εντολής του Υπουργού ΕΣΔΔΑ ή του οικείου Υπουργού ή του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Το ΣΕΕΔΔ επιλαμβάνεται καταγγελιών πολιτών, ύστερα από παραπομπή των σχετικών καταγγελιών από δημόσια υπηρεσία. Για το λόγο αυτό, το ΣΕΕΔΔ δεν έχει αρμοδιότητα διεκπεραίωσης ατομικών υποθέσεων, αλλά οι ατομικές καταγγελίες που γίνονται σε αυτό εκ μέρους των πολιτών, λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό της ελεγκτικής του δράσης.
Το Σώμα Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης έχει ως αποστολή την διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της διοίκησης και της καταπολέμησης των φαινομένων διαφθοράς.
Το ΣΕΕΔΔ δεν επιλαμβάνεται θεμάτων που αφορούν την κατάσταση των υπαλλήλων γενικότερα, πολλώ δε μάλλον των δημοσίων υπαλλήλων.

4. Την Επιτροπή Καταγγελιών & Παραπόνων του Υπουργείου Οικονομίας & Οικονομικών.
Η Επιτροπή Καταγγελιών και Παραπόνων της Οικονομικής Επιθεώρησης, είναι αρμόδια για την εξέταση των καταγγελιών και των παραπόνων των πολιτών: α) για υπαλλήλους ή υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας & Οικονομικών (Δ.Ο.Y., Τελωνεία, Κτηματικές Υπηρεσίες, Γ.Λ.Κ. κλπ.) και β) για πολίτες ή επιχειρήσεις σε θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομίας & Οικονομικών.
Η Επιτροπή καταγγελιών και παραπόνων έχει ως αποστολή την αξιολόγηση και την ανάλυση του περιεχομένου των καταγγελιών, προκειμένου να υποβάλλει τις σχετικές προτάσεις της για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους.


Το άρθρο συντάχθηκε από την ασκούμενη δικηγόρο Στυλιανή Μπακαμήτσου.


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Δυσφήμηση και Συκοφαντική Δυσφήμηση

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει αναφερθεί σε στιγμή έντασης σε μία συζήτηση, είτε αυτή λαμβάνει χώρα σε τηλεοπτικό πάνελ, είτε σε μία παρέα γνωστών και φίλων, η φράση "θα σου κάνω μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση".
Ωστόσο, δεν είναι ευρέως γνωστές οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο Ποινικός Κώδικας και έχουν διαμορφωθεί από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων (τη λεγόμενη νομολογία) για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Επίσης, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό το γεγονός ότι υπάρχει το ξεχωριστό αδίκημα της απλής δυσφήμησης.

Το άρθρα 362 και 363 ΠΚ (Ποινικού Κώδικα) αναφέρουν σχετικά τα εξής:

Δυσφήμηση                                              
Άρθρο 362         
Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με Φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της Φυλάκισης.   

  
Συκοφαντική Δυσφήμηση                              
Άρθρο 363           
Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό  είναι ψευδές  τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών μαζί με τη Φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να  επιβληθεί  και  στέρηση  πολιτικών   δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63.   

Από την ανάγνωση των ανωτέρω άρθρων είναι εμφανής η σημαντικότερη διαφορά της απλής δυσφήμησης από την συκοφαντική, η οποία έγκειται στο ότι στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 363 ΠΚ το γεγονός που διαδίδεται είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο είναι ψευδές. Για το λόγο αυτό άλλωστε, η συκοφαντική δυσφήμηση τιμωρείται με βαρύτερη ποινή από την απλή δυσφήμηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διατάξεις των άρθρων 366, 367 και 368 του ΠΚ, σύμφωνα με τις οποίες μπαίνουν κάποια όρια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ :

Γενικές διατάξεις                               
Άρθρο 366          
1. Αν  το  γεγονός  του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει   ατιμώρητη. Η απόδειξη όμως της  αλήθειας  του  γεγονότος  απαγορεύεται   όταν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού   βίου  που  δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση   έγιναν κακόβουλα.           
2.  Αν στις περιπτώσεις των  άρθρων  362, 363, 364  και 365  το   γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για   την  οποία  ασκήθηκε  δικαστική  δίωξη  αναστέλλεται  η δίκη για τη Δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης, θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η Δυσφήμηση είναι  αληθινό  αν  η  απόφαση  είναι   καταδικαστική  και  ψευδές  αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχτηκε ότι το πρόσωπο που έχει δυσφημισθεί τέλεσε την   αξιόποινη πράξη.           
3. Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά η Δυσφήμηση   δεν  αποκλείει  την  τιμωρία για  Εξύβριση,  αν  από  τον  τρόπο  που   εκδηλώθηκε  ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η Δυσφήμηση   προκύπτει σκοπός Εξύβρισης.

Άρθρο 367.            
1.  Δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι  δυσμενείς  κρίσεις  για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες β) οι δυσμενείς   εκφράσεις  που  περιέχονται  σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα   που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, καθώς και γ) οι εκδηλώσεις   που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την  άσκηση  νόμιμης   εξουσίας  ή  για  την  διαφύλαξη  (προστασία)  δικαιώματος  ή από άλλο   δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις.           
2.  Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω   κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης  του   άρθρου  363,  καθώς  και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις   περιστάσεις  υπό  τις  οποίες  τελέστηκε  η  πράξη,  προκύπτει  σκοπός   Εξύβρισης.   

Έγκληση                               
Άρθρο 368        
1.  Στις  περιπτώσεις  των άρθρων 361, 362, 363, 364 και 365 η  ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Αν ο παθών είναι αστυνομικός, λιμενικός, πυροσβεστικός και υγειονομικός  υπάλληλος και η πράξη συνέβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του από πρόσωπο που ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού, η ποινική  δίωξη στην περίπτωση του άρθρου 361 ασκείται αυτεπάγγελτα. (...).
  
Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων έχουν διαμορφώσει τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης με τους περιορισμούς που θέτει η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ. 
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για τα αδικήματα της δυσφήμησης και της συκοφαντικής δυσφήμησης θα πρέπει να υποβληθεί μήνυση από αυτόν που προσβλήθηκε, η οποία λέγεται "έγκληση".

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ 

"...Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: 
1)  ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου,
2)το γεγονός να  είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, 
3) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι  αυτό είναι ψευδές. 
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η οποία προέρχεται ή από ίδια  πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. 
Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν  λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοινώσεως που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση  επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. 
Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή  οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο  υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια.  
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. 
Το  γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί,  οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα  οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος." (ΑΠ - Άρειος Πάγος- 79/2015, Βάση Δεδομένων ΝΟΜΟΣ).

"...Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή για την διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς την χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίησή τους με άλλον τρόπο και εφόσον δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσής της (...)" (ΑΠ 533/2010, Βάση Δεδομένων ΝΟΜΟΣ). 

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Αναγνώριση καθεστώτος πολιτικού πρόσφυγα

Το Δικηγορικό μας Γραφείο εκπροσωπώντας με επιτυχία αιτούσα πολιτικό άσυλο συνέβαλε στην αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού ασύλου και στην έκδοση ταξιδιωτικών της εγγράφων.
Το ποσοστό που γίνονται δεκτές αιτήσεις για χορήγηση πολιτικού ασύλου στην Ελλάδα κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Πολιτικός πρόσφυγας είναι το άτομο, το οποίο βρίσκεται μακριά από την πατρίδα του, και το οποίο διατρέχει βάσιμο φόβο δίωξης, λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της συμμετοχής του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή των πολιτικών του πεποιθήσεων, και λόγω αυτού του φόβου δεν μπορεί να γυρίσει εκεί. Με την έννοια «δίωξη» νοείται η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως τα βασανιστήρια, η αυθαίρετη κράτηση, η διακριτική μεταχείριση που θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του διωκόμενου κ.ο.κ.

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Ακούσια Νοσηλεία: Διαδικασία και Προϋποθέσεις

Η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας ψυχικά ασθενών είναι μία κατεξοχήν δύσκολη διαδικασία και συχνά στην πράξη προκύπτουν προβλήματα κατά την εφαρμογή της, τα οποία το Γραφείο μας έχει αντιμετωπίσει με επιτυχία. Παρακάτω παραθέτουμε τα βασικότερα σημεία της διαδικασίας.

Σύμφωνα με το ν. 2071/1992 ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και η παραμονή του, για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας.

Προϋποθέσεις για την Ακούσια νοσηλεία σύμφωνα με το νόμο είναι:

Ι. α. Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή.
β. Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του.
γ. Η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή

ΙΙ. Η νοσηλεία ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
Εξάλλου, η αδυναμία ή η άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ` αυτή ψυχική διαταραχή.

Διαδικασία εισαγωγής

1. Την Ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν ο σύζυγός του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την Ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή.

2. Η αίτηση για την Ακούσια νοσηλεία απευθύνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως ασθενής. Την αίτηση πρέπει να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων, ή επί αδυναμίας εξευρέσεως δύο ψυχιάτρων, ενός ψυχιάτρου και ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας. Οι ιατροί που συντάσσουν τις γνωματεύσεις δεν πρέπει να τελούν σε σχέση συγγενείας με τον αιτούντα ή το φερόμενο στην αίτηση ως ασθενή.

3. Οι ψυχίατροι ή παιδοψυχίατροι που συντάσσουν τις γνωματεύσεις προέρχονται από ειδικό κατάλογο, τον οποίο συντάσσουν ανά διετία οι κατά τόπους ιατρικοί σύλλογοι.

4. Ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον και οι δύο ιατρικές γνωματεύσεις συμφωνούν για την ανάγκη ακούσιας νοσηλείας, διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που υπάρχει στον "Τομέα" ψυχικής υγείας της κατοικίας του ασθενή, εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν τη νοσηλεία του άλλου. Εάν οι γνωματεύσεις των δύο ιατρών διαφέρουν μεταξύ τους, ο εισαγγελέας, μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του φερόμενου ως ασθενή, εισάγει την αίτηση στο πολυμελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της παρ. 6 του άρθρου αυτού. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται αμέσως μόλις γίνει η μεταφορά του στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, από τον διευθυντή ή άλλο πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί το καθήκον αυτό, για τα δικαιώματά του και ειδικότερα το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικο μέσο. Για την ενημέρωση αυτή συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται, εκτός από τον υποχρεωμένο να ενημερώσει και από το συνοδό του ασθενή.

5. Στην περίπτωση που τη διαδικασία κινεί αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας ή που στην αίτηση αναφέρεται ότι ήταν ανέφικτη η εξέταση του ασθενή, λόγω άρνησής του να εξετασθεί, ο εισαγγελέας πρωτοδικών δικαιούται να διατάξει τη μεταφορά του ασθενή για εξέταση και σύνταξη των γνωματεύσεων, σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Η μεταφορά του διενεργείται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν το σεβασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ασθενή, η δε παραμονή του ασθενή εκεί για τις αναγκαίες εξετάσεις δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 48 ώρες.

6. Σε τρεις ημέρες από τότε που ο εισαγγελέας πρωτοδικών διέταξε τη μεταφορά του ασθενή, επιμελούμενος άμα για τη μεταφορά του στο πολυμελές πρωτοδικείο, ο ίδιος με αίτησή του ζητεί να επιληφθεί το πολυμελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει μέσα σε 10 ημέρες κατά την κρίση του, "κεκλεισμένων των θυρών", ώστε να προστατεύεται η ιδιωτική ζωή του ασθενή. Στη συνεδρίαση καλείται πριν από 48 ώρες και ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Σε περίπτωση επικινδυνότητας του φερόμενου ως ασθενή οι ανωτέρω προθεσμίες δύναται να συντμηθούν.

7. Το δικαστήριο, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν κρίνει ότι οι γνωματεύσεις των δύο ψυχιάτρων που προσάγονται διαφέρουν μεταξύ τους ή δεν είναι πειστικές ή ο επιστημονικός διευθυντής του νοσοκομείου στο οποίο έχει εισαχθεί ο ασθενής διατυπώνει αντίθετη προς τις γνωματεύσεις γνώμη, διατάζει την εξέταση του ασθενή και από άλλο ψυχίατρο εγγεγραμμένο στους καταλόγους ιατρικών συλλόγων της χώρας, κατά προτίμηση επίκουρο τουλάχιστον καθηγητή ή επιστημονικό διευθυντή δημόσιας Μονάδας Ψυχικής Υγείας ή το νόμιμο αναπληρωτή του.

8. Η απόφαση του πρωτοδικείου πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Αν ο ασθενής τον οποίο αφορά έχει προσαχθεί με διαταγή του εισαγγελέα σε ψυχιατρική κλινική, στην περίπτωση που η αίτηση αναγκαστικής νοσηλείας γίνεται δέκτη, συνεχίζεται η παραμονή του εκεί, ενώ στην περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, διατάσσεται η άμεση έξοδος.

9. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την εισαγωγή του αρρώστου μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης τη θεραπευτική ευθύνη αυτού φέρει ο επιστημονικός διευθυντής της Μ.Ψ.Υ., ο οποίος και εξακολουθεί να φέρει την επιστημονική και θεραπευτική ευθύνη, εφόσον το δικαστήριο διατάξει τη συνέχιση της νοσηλείας.

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Συμβούλιο της Επικρατείας απόφαση υπ' αριθμ. 819/2015: Δυνατή η κατάσχεση χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου στα ταμεία των ΔΟΥ.

Ακολουθεί το κείμενο πρόσφατης σημαντικής απόφασης του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, δηλαδή του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία μεταξύ άλλων ζητημάτων, κρίνεται ότι είναι δυνατή η κατάσχεση χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου στα ταμεία των ΔΟΥ. 

Ειδικότερα στη σκέψη 7 του δικαστηρίου αναφέρεται ότι:
"... Επειδή, από το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις, σε περίπτωση εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις, υποχρεώνει το Δημόσιο σε συμμόρφωση και εφ’ όσον η υποχρέωση αυτή συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού, ο ιδιώτης διάδικος δύναται, για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, να χρησιμοποιήσει τα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και, ειδικότερα, να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση ταμειακών διαθεσίμων, χρημάτων δηλαδή του Δημοσίου, στην οικεία οικονομική υπηρεσία. Και τούτο, διότι στην ιδιωτική, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3068/2002, περιουσία του Δημοσίου, στην οποία και μόνον επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική κατάσχεση, περιλαμβάνονται και τα χρηματικά διαθέσιμα του Δημοσίου, ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται, η οποία, άλλωστε, είναι αδύνατον να διαγνωσθεί. 
Δεν συνιστά δε πρόσφορο, εν προκειμένω, κριτήριο διαφοροποιήσεως των χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου σε κατασχετά ή μη η καθ’ ύλην ή κατά τόπο αρμοδιότητα των οικείων οικονομικών υπηρεσιών του ή ο κωδικός εσόδου, με τον οποίο καταχωρίζονται τα εισπραττόμενα από το Δημόσιο ποσά, διότι, τα στοιχεία αυτά ανάγονται σε ζητήματα εσωτερικής οργανώσεως των υπηρεσιών του Δημοσίου, μη κρίσιμα εν προκειμένω ούτε δυνάμενα να παρακωλύσουν την τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεών του, που απορρέουν από το Σύνταγμα. ...".

Αναλυτικά η απόφαση αναφέρει τα εξής:


Αριθμός 819/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. 
Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Καραμανώφ, Π. Ευστρατίου, Β. 
Αραβαντινός, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Μ. – Ε. Παπαδημήτρη, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. 
Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος. 


Για να δικάσει την από 15 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση: 


των Υπουργών: 1) Οικονομίας και Οικονομικών και 2) Εθνικής Άμυνας, οι οποίοι παρέστησαν με 
τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 


κατά του....... , κατοίκου Αθηνών (........), ο οποίος δεν παρέστη. 

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες Υπουργοί επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 13583/2003 
απόφαση του Tριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο των αναιρεσειόντων Υπουργών, ο οποίος 
ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η 
αίτηση. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Καραμανώφ. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου 
και 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά     τ ο     Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η 
καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 13583/2003 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού 
Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν αποδοχής εφέσεως του αναιρεσείοντος, αφού 
εξαφανίσθηκε η 2761/2002 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν 
μέρει δεκτή ανακοπή του τελευταίου κατά της 942/20.7.2000 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης 
κινητής περιουσίας δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει της οποίας, με 
επίσπευση του αναιρεσίβλητου, κατασχέθηκε από το Ταμείο της Δ.Ο.Υ. Ενσήμων Αθηνών 
χρηματικό ποσό ύψους 7.769.000 δρχ., σε εκτέλεση αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού 
απογράφου της 4047/1997 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. 

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος 
κατόπιν της υπ’ αριθμ. 2385/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως αυτού. 

3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1 εδ. α΄ και 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 
προκύπτει ότι διοικητική διαφορά (ακυρωτική ή ουσίας) γεννάται από μονομερή πράξη 
(παράλειψη ή υλική ενέργεια) της Διοίκησης, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη 
διοικητική δράση, εκδίδεται κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας και αποβλέπει στην επίτευξη 
δημοσίου σκοπού (πρβλ. ΣτΕ 3776/2012). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του 
άρθρου 93 παρ. 1, του άρθρου 94 του Συντάγματος, του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 περ. ια του 
ν. 1406/1983 και του άρθρου 199 του ΚΔΔ συνάγεται ότι το Σύνταγμα οργανώνει την απονομή 
της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντιστοίχων προς τη φύση των 
αναφυομένων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά δε αναθέτει στον 
κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την 
εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από 
το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων 
του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με 
τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 
παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις. Εξάλλου, οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της 
νομοθεσίας περί είσπραξης δημοσίων εσόδων διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των 
διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο αποτελών το 
θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης τίτλος, είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αλλως, αν δηλαδή η 
υποκείμενη σχέση, είναι ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων 
(ΑΕΔ 5, 8/1989,18/1993). Συναφώς, η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος που 
αποτελεί το θεμέλιο της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., εξετάζεται για 
τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και στην περίπτωση που ιδιώτης επιδιώκει την ικανοποίηση 
απαίτησής του από καταψηφιστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου εις βάρος του Δημοσίου ή 
νπδδ. Κατά συνέπεια, εκτός από τις σχετικές με τη διοικητική εκτέλεση διαφορές (άρθρο 217 ΚΔΔ), 
και οι περί την αναγκαστική εκτέλεση διαφορές, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται από ιδιώτη σε βάρος 
του Δημοσίου ή νπδδ, με βάση τις κατά την παρ. 1 του άρθρου 199 ΚΔΔ καταψηφιστικές 
αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων που αποτελούν τίτλο εκτελεστό, εμπίπτουν, ως 
διοικητικές διαφορές ουσίας, στην κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του ν. 
1406/1983 δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία εφαρμόζουν αναλόγως, 
σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 199 ΚΔΔ, τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. για την αναγκαστική 
εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων. 

4. Επειδή, περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 94 παρ. 1, 2 και 4 του 
Συντάγματος, συνάγεται ότι η αξίωση για δικαστική προστασία έχει ως αντικείμενο την προστασία του δικαιώματος, όχι μόνο με τη μορφή της δεσμευτικής διάγνωσης, αλλά και με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, ώστε να καθίσταται ενεργός η παρεχόμενη δικαστική προστασία με τον εξαναγκασμό του ηττωμένου διαδίκου να συμμορφωθεί προς αυτήν. 
Υπό την έννοια αυτή, τα δικαστήρια που είναι αρμόδια κατά το Σύνταγμα και τους νόμους να 
δικάσουν την κρίσιμη διαφορά, καθίστανται αρμόδια να αποφανθούν και επί των θεμάτων που 
ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτέλεσης των εκδιδομένων από αυτά δικαστικών αποφάσεων. 
Επομένως, εφόσον αποκλειστικά αρμόδια για την αναγνώριση και καταψήφιση δικαιωμάτων που απορρέουν από σχέση δημοσίου δικαίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, τα διοικητικά δικαστήρια, στα δικαστήρια αυτά ανήκει και η δικαιοδοσία για την εκδίκαση των θεμάτων που ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτέλεσης των εκδιδόμενων από αυτά αποφάσεων. 

5. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Με την 
4047/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη 
μετά την απόρριψη έφεσης του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατ’ αυτής με την 644/1999 απόφαση 
του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει στον 
αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση, το ποσό των 2.265.045 δραχμών νομιμοτόκως από την επίδοση 
της αγωγής (6.6.1992), λόγω τραυματισμού που υπέστη από την πρόσκρουση στρατιωτικού 
οχήματος, στο οποίο επέβαινε, σε δέντρο και την ανατροπή αυτού. Ακολούθως, μετά την περιαφή 
του εκτελεστήριου τύπου, ο αναιρεσίβλητος κοινοποίησε στις 6.4.2000 στο Ελληνικό Δημόσιο 
αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της 4047/1997 δικαστικής απόφασης με επιταγή 
προς εκτέλεση, στο οποίο αναφέρεται ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει: α) για 
κεφάλαιο 2.265.045 δρχ. β) για τόκους από 16.6.1992 έως την ημερομηνία επίδοσης του 
απογράφου (6.4.2000) 5.041.215 δρχ. και γ) για απόγραφο, αντίγραφο, σύνταξη επιταγής και 
κοινοποίηση αυτής 463.027 δρχ. και συνολικά 7.769.287 δρχ. Στη συνέχεια, με την 942/20.7.2000 
έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου 
Αθηνών κατασχέθηκε στο ταμείο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ΕνσήμωνΑθηνών, 
δυνάμει της από 5.7.2000 εντολής που παρασχέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, χρηματικό ποσό ύψους 7.769.000 δραχμών, το οποίο και κατατέθηκε στο Ταμείο 
Παρακαταθηκών και Δανείων, σύμφωνα με το άρθρο 956 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Κατά της ανωτέρω 
έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης το αναιρεσείον άσκησε ανακοπή του 933 ΚΠολΔ ενώπιον του 
Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω 
έλλειψης δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, με την πρωτόδικη απόφαση 
κρίθηκε ότι «επί των διαφορών από τις πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως, στερούνται 
δικαιοδοσίας τα διοικητικά δικαστήρια, δεδομένου ότι: α) η πρώτη πράξη της εκτελεστικής 
διαδικασίας από την οποία (αν προσβληθεί) γεννάται η διαφορά, δηλαδή η επίδοση αντιγράφου του 
απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση και οι ακολουθούσες επί μέρους εκτελεστικές πράξεις, δεν 
είναι διοικητικές και, άρα, από αυτές δεν αναφύεται διοικητική διαφορά ουσίας, επί των οποίων και 
μόνο έχουν δικαιοδοσία τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατ’ άρθρ. 1 και 2 του ΚΔΔ και β) η 
σχέση από την οποία γεννήθηκε η καταψηφισθείσα χρηματική αξίωση του διοικουμένου κατά του 
Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, που αναμφιβόλως είναι δημοσίου δικαίου, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο μόνο 
για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του διοικητικού δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της αγωγής, 
ενώ κατά την ικανοποίηση της απαιτήσεως με αναγκαστική εκτέλεση λαμβάνεται υπόψη η 
επιδικασθείσα απαίτηση χωρίς την αιτία της, η δε αναφυόμενη διαφορά από την δια της 
αναγκαστικής εκτελέσεως προσβολή των ιδιωτικών δικαιωμάτων του Δημοσίου είναι ιδιωτική, η δε 
επίλυσή της ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια». 
Η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατόπιν αποδοχής σχετικής εφέσεως του Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι, εφόσον η απαίτηση του αναιρεσίβλητου που επιδικάσθηκε με την ανωτέρω 4047/1997 
απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρέει από έννομη σχέση δημοσίου 
δικαίου, η ένδικη διαφορά που ανέκυψε από την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του 
αναιρεσείοντος της απόφασης αυτής, υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. 
Ειδικότερα, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, «η αναγωγή στην έννομη σχέση που 
αποτελεί την αιτία της εκκίνησης του μηχανισμού της αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελεί το 
αναγκαίο κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και σε περίπτωση κατά την οποία ιδιώτης 
επιδιώκει εις βάρος του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., σύμφωνα με τις διατάξεις του Όγδοου Βιβλίου του 
Κ.Πολ.Δ., την υλοποίηση του περιεχομένου καταψηφιστικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, η 
οποία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 199 (παρ.1) του Κ.Διοικ.Δικ. (...) αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Και 
τούτο, λόγω του άρρηκτου δεσμού μεταξύ της διαγνωστικής δίκης και της εκτελεστικής 
διαδικασίας, αφού και οι δύο κατατείνουν στην πλήρη και αποτελεσματική προστασία του φορέα 
της αξίωσης. Άλλωστε, οι διαφορές αυτές ανέκαθεν αποτελούσαν διοικητικές διαφορές ουσίας, η 
εκδίκαση των οποίων είχε απλώς ανατεθεί προσωρινά στα πολιτικά δικαστήρια (άρθρο 59 του 
π.δ/τος 341/1978), μετά δε την θέση σε ισχύ του άρθρου 1 (παρ.1) του ν. 1406/1983 
μεταφέρθηκαν οριστικά στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων». 

6. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 4, η κρινόμενη διαφορά, η οποία ανέκυψε από 
την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσείοντος Δημοσίου για την ικανοποίηση 
απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, η οποία απορρέει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου και 
επιδικάσθηκε σ’ αυτόν με αμετάκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, είναι διοικητική διαφορά 
ουσίας υπαγομένη στη δικαιοδοσία του διοικητικών δικαστηρίων, όπως ορθά έκρινε εν 
προκειμένω το δικάσαν Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο. 

7. Επειδή, από το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις, σε περίπτωση εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις, υποχρεώνει το Δημόσιο σε συμμόρφωση και εφ’ όσον η υποχρέωση αυτή συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού, ο ιδιώτης διάδικος δύναται, για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, να χρησιμοποιήσει τα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και, ειδικότερα, να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση ταμειακών διαθεσίμων, χρημάτων δηλαδή του Δημοσίου, στην οικεία οικονομική υπηρεσία. Και τούτο, διότι στην ιδιωτική, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3068/2002, περιουσία του Δημοσίου, στην οποία και μόνον επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική κατάσχεση, περιλαμβάνονται και τα χρηματικά διαθέσιμα του Δημοσίου, ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται, η οποία, άλλωστε, είναι αδύνατον να διαγνωσθεί. 
Δεν συνιστά δε πρόσφορο, εν προκειμένω, κριτήριο διαφοροποιήσεως των χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου σε κατασχετά ή μη η καθ’ ύλην ή κατά τόπο αρμοδιότητα των οικείων οικονομικών υπηρεσιών του ή ο κωδικός εσόδου, με τον οποίο καταχωρίζονται τα εισπραττόμενα από το Δημόσιο ποσά, διότι, τα στοιχεία αυτά ανάγονται σε ζητήματα εσωτερικής οργανώσεως των υπηρεσιών του Δημοσίου, μη κρίσιμα εν προκειμένω ούτε δυνάμενα να παρακωλύσουν την τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεών του, που απορρέουν από το Σύνταγμα. 
Αντίθετο επιχείρημα δεν δύναται να αντιταχθεί από την διάταξη του άρθρου 79 περ. 2 του Συντάγματος, διότι, πάντως, τα σχετικά χρηματικά ποσά έχουν εισαχθεί, αδιακρίτως της προελεύσεώς τους, στον προϋπολογισμό προς κάλυψη των υποχρεώσεων του Δημοσίου και εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η συνταγματικώς κατοχυρωμένη υποχρέωση συμμορφώσεως του Κράτους προς τις δικαστικές αποφάσεις. 

8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι είναι επιτρεπτή η κατάσχεση των εσόδων από τη διαχείριση ενσήμων, αξιών και κάθε άλλου 
υλικού, η πώληση του οποίου έχει ανατεθεί στη ΔΟΥ Ενσήμων, δεν είναι νόμιμη, διότι πρόκειται για δημόσια περιουσία αφιερωμένη στην εκπλήρωση δημοσίων σκοπών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη 
απόφαση κρίθηκε ότι οι εισπράξεις των ΔΟΥ κατατίθενται μεν, σύμφωνα με τις διατάξεις των 
άρθρων 22 και 68 του ΚΔΛ, στην Τράπεζα της Ελλάδας σε λογαριασμούς που ορίζονται από τον 
Υπ. Οικονομικών, και σε χρέωση αυτών πραγματοποιούνται αναλήψεις χρηματικών ποσών για την 
πληρωμή των εγγεγραμμένων στον ετήσιο προϋπολογισμό δαπανών για τις λειτουργικές 
δραστηριότητες ή σκοπούς του δημοσίου, ο προορισμός, όμως, των χρημάτων αυτών, διά μέσου 
του κρατικού προϋπολογισμού, δεδομένου ότι γίνεται για την κάλυψη αδιακρίτως οποιοδήποτε 
δημόσιας δαπάνης, δεν αρκεί για να καταστούν ακατάσχετα στο σύνολο τους τα χρηματικά 
διαθέσιμα του Δημοσίου που βρίσκονται στα ταμεία των ΔΟΥ, αλλά, ενόψει του ότι η επίσπευση 
της αναγκαστικής εκτέλεσης υπηρετεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δικαστικής 
προστασίας, απαιτείται επιπλέον να δημιουργείται κίνδυνος ανατροπής της εκτέλεσης του κρατικού 
προϋπολογισμού ως προς την εκπλήρωση των δαπανών, ισχυρισμό που, εν προκειμένω, το 
Δημόσιο δεν προέβαλε. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι, κατά τα 
προεκτεθέντα, νόμιμη, έστω και με διαφορετική, εν μέρει, αιτιολογία, και, κατά συνέπεια ο 
προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί, καθώς και η αίτηση στο σύνολό της. 

Δ ι ά     τ α ύ τ α 
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. 
Επιβάλλει εις βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου εξ ευρώ 460. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια 

συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2015. 

Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος                 Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος 
 
  Αθ. Ράντος                                        Ελ. Γκίκα


Ρ.Κ.