Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Είναι απόρρητη η επικοινωνία μας στο τηλέφωνο, τα e-mail και τα sms ;

Τι θεωρείται απόρρητο στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες;
Στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, απόρρητα σύμφωνα με τη νομοθεσία, θεωρούνται:
α)Το περιεχόμενο της επικοινωνίας (περιεχόμενο τηλεφωνικών κλήσεων, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και γενικά οποιασδήποτε επικοινωνίας φωνής, εικόνας, δεδομένων).
β)Η ταυτότητα του καλούντος και του καλουμένου.
γ)Η ταυτότητα του αποστολέα και του παραλήπτη ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
δ)Τα δεδομένα θέσης της τερματικής συσκευής (γεωγραφικός εντοπισμός).

Τί είναι “ηλεκτρονικές επικοινωνίες”;
Mε τον όρο ηλεκτρονικές επικοινωνίες, εννοούμε τη μεταβίβαση πληροφοριών με συστήματα μετάδοσης ηλεκτρικών ή ηλεκτρομαγνητικών σημάτων. Τέτοιες είναι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), τα μηνύματα που στέλνουμε με τα κινητά μας τηλέφωνα (sms) αλλά και οι τηλεφωνικές μας συνομιλίες και οποιαδήποτε άλλη ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ υπολογιστικών συστημάτων.

Ποιός είναι ο υπεύθυνος φορέας για τη διασφάλιση του Απορρήτου των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών;
Με το άρθρο 1 του νόμου 3115/2003 συστάθηκε, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (AΔΑΕ) με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών, της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο καθώς και την ασφάλεια των δικτύων και πληροφοριών. 

Τι σημαίνει άρση του απορρήτου των επικοινωνιών;
Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών είναι μια κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη διαδικασία, βάσει της οποίας τα στοιχεία της επικοινωνίας, τα οποία είναι καταρχήν απόρρητα, καθίστανται γνωστά σε συγκεκριμένες Αρχές και για συγκεκριμένους λόγους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος, η άρση αυτή είναι δυνατόν να ισχύσει για τη δικαστική αρχή και όχι έναντι της διοίκησης για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
Η συγκεκριμένη διαδικασία για την πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής εξειδικεύεται στο ν. 2225/1994 και στο ΠΔ 47/2005.

Πότε γίνεται άρση του απορρήτου;
Σύμφωνα με τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 19, άρση του απορρήτου γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
Οι προαναφερθέντες λόγοι εξειδικεύονται με τις διατάξεις του ν. 2225/1994, όπως ισχύει, ο οποίος περιλαμβάνει και κατάλογο των εγκλημάτων για τη διακρίβωση των οποίων μπορεί να διαταχθεί με διάταξη του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου η άρση του απορρήτου.
Στην άρση του απορρήτου πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση η αρχή της αναλογικότητας και η άρση να λαμβάνει χώρα μόνον εντός των ρητά προβλεπομένων χρονικών ορίων (άρθρο 5 ν. 2225/1994).

Τι ποινές επισύρει η παραβίαση του απορρήτου;
Η παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών είναι ποινικό αδίκημα. Στη νομοθεσία (άρθρο 370Α του Ποινικού Κώδικα, Ν.3674/2008, Ν.3115/2003, όπως ισχύει) προβλέπονται αυστηρές ποινικές κυρώσεις έναντι φυσικών προσώπων (έως 10ετή κάθειρξη). Εξάλλου, η παραβίαση της νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών επισύρει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων έναντι παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (σύσταση, χρηματικό πρόστιμο, ανάκληση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών), από την ΑΔΑΕ και άλλες Δημόσιες Αρχές. Επομένως, κάθε χρήστης υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορεί, εάν παραβιάζεται το απόρρητο της επικοινωνίας του, να προσφεύγει στα δικαστήρια, πολιτικά ή/και ποινικά, για την ικανοποίησή του. 

Τι ισχύει στις περιπτώσεις κακόβουλων/ενοχλητικών κλήσεων;
Εάν δέχεστε κακόβουλες ή ενοχλητικές κλήσεις με απόκρυψη, έχετε το δικαίωμα να ζητήσετε από τον πάροχο της σύνδεσής σας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες, να προχωρήσει στην εξουδετέρωση της δυνατότητας μη αναγραφής της καλούσας γραμμής για τις εισερχόμενες κλήσεις και να σας γνωστοποιήσει εγγράφως κατάλογο με τους αριθμούς που σας κάλεσαν στο διάστημα αυτό.
Στην περίπτωση που επιθυμείτε να ενημερωθείτε και για την ταυτότητα του κακοβούλως καλούντος συνδρομητή ή χρήστη, αυτό θα πρέπει να διαταχθεί από τον αρμόδιο κατά περίπτωση τακτικό ανακριτή ή εισαγγελέα με ειδική παραγγελία προς τους παρόχους, στο πλαίσιο τακτικής ανάκρισης ή προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης κατόπιν σχετικής εγκλήσεως.