Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2021

Εξώδικη αποζημίωση από Δήμο για ζημιά από πτώση δέντρου


Πολίτης διαμαρτυρήθηκε στο Συνήγορο του Πολίτη για την άρνηση του Δήμου Αμαρουσίου να του καταβάλει αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε στο αυτοκίνητό του από πτώση δέντρου. Ειδικότερα, η νομική υπηρεσία του δήμου παρέπεμψε τον πολίτη στα δικαστήρια υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προϋπόθεση για την καταβολή αποζημίωσης είναι η ύπαρξη τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Ο Συνήγορος επισήμανε ότι ο νόμος προβλέπει ρητά τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις επίτευξης εξώδικου συμβιβασμού με απόφαση της οικονομικής επιτροπής ή με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, αναλόγως του ποσού. Τόνισε επίσης ότι, όπως έχει πλέον αναγνωρίσει με πράξεις του το Ελεγκτικό Συνέδριο, η πράξη του συμβιβασμού παρέχει νόμιμο έρεισμα για την αξίωση αποζημίωσης.

Μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου, ο Δήμος Αμαρουσίου εφάρμοσε τη διαδικασία του εξώδικου συμβιβασμού και μετά από απόφαση της οικονομικής επιτροπής προχώρησε στην καταβολή της αποζημίωσης στον πολίτη.


Πηγή:  www.synigoros.gr

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2020

Η απολογία στην πειθαρχική διαδικασία και η απαρίθμηση των πειθαρχικών παραπτωμάτων

Σύμφωνα με τα άρθρα 134 και 135 του ν. 3528/2007 Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων σε ΝΠΔΔ (στο εξής ΥΚ), όπως ισχύει σήμερα, για το ζήτημα της απολογίας δημοσίου υπαλλήλου θεσπίζονται τα εξής: 

Άρθρο 134

Κλήση σε Απολογία

«1.    Πειθαρχική ποινή δεν  επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.

 2. Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο (2) ημέρες, όταν ο υπάλληλος καλείται σε απολογία από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο και από τρεις (3) ημέρες όταν αυτός καλείται από συμβούλιο. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά και έως το τριπλάσιο της αρχικής προθεσμίας μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, εφόσον υποβάλλεται πριν από την έκδοση της απόφασης. Η παράλειψη της κλήσης σε απολογία καλύπτεται από την υποβολή έγγραφης απολογίας.

 3. Όταν μετά την κλήση του διωκομένου σε απολογία ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 118 του παρόντος σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο ή στο πειθαρχικό συμβούλιο ή στα όργανα του άρθρου 119 του παρόντος, δεν απαιτείται νέα κλήση σε απολογία.

 4. Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση περατούται με την έκδοση απόφασης.»

 Άρθρο 135

 Απολογία

 «1.  Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου επιτρέπεται στον διωκόμενο και η προφορική συμπληρωματική απολογία.

 2.    Η απολογία παραδίδεται με απόδειξη στο όργανο, το οποίο καλεί σε απολογία. Μπορεί όμως και να αποσταλεί ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου το εμπρόθεσμο της υποβολής της κρίνεται από το χρόνο της ταχυδρόμησης.

 3.    Πριν από την απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφα, με δαπάνες του, του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης. Το γεγονός ότι έλαβε γνώση αποδεικνύεται με πράξη η οποία υπογράφεται από τον υπάλληλο, ο οποίος τηρεί το φάκελο και τον διωκόμενο ή μόνο από τον πρώτο, αν ο δεύτερος αρνηθεί να υπογράψει. Αν ο διωκόμενος υπάλληλος δεν υπηρετεί στην έδρα του οργάνου που τον καλεί σε απολογία, του χορηγείται σχετική άδεια.

 4.      Με την απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκεια της εναπόκειται στην κρίση του οργάνου το οποίο τον καλεί σε απολογία."


Ενόψει των ανωτέρω, είναι εμφανές ότι απαγορεύεται η έκδοση πειθαρχικής καταδικαστικής απόφασης, χωρίς να κληθεί προηγουμένως ο υπάλληλος σε απολογία. Κατά αυτόν τον τρόπο, η απολογία ορίζεται ως απαραίτητος ουσιώδης τύπος της διαδικασίας μόνο για την έκδοση απόφασης κατά πρώτο βαθμό (ΣτΕ 3032/1988, 8/1992, 1638/1995, 1222/1996). Η απολογία συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ πρέπει να είναι προηγούμενη και έγκαιρη.

Περαιτέρω, το δικαίωμα της απολογίας του εργαζομένου περιλαμβάνει την έγκαιρη κλήση του διωκομένου προς αυτήν, τη δυνατότητα του εργαζομένου να λάβει γνώση των καταλογιζόμενων πραγματικών περιστατικών, του αποδιδόμενου παραπτώματος και του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού, να του χορηγηθούν εγκαίρως αντίγραφα των εγγράφων του πειθαρχικού φακέλου, να λάβει εύλογη προθεσμία για να προετοιμάσει την απολογία του, να παρασταθεί -σύμφωνα με την αρχή της αμεσότητας- ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου και, εφόσον το επιθυμεί, με τη συνδρομή δικηγόρου, να παράσχει εξηγήσεις και διευκρινίσεις που θα του ζητηθούν, να αμφισβητήσει και να αντικρούσει την αποδιδόμενη κατηγορία, να σχολιάσει τους ισχυρισμούς που τον ενοχοποιούν και το συλλεγέν αποδεικτικό υλικό που στηρίζει την κατηγορία, να προσκομίσει υπερασπιστικά αποδεικτικά μέσα, να προτείνει μάρτυρες, να υποβάλει έγγραφο υπόμνημα με τις θέσεις του, να προβάλει και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του προς το σκοπό της υπεράσπισής του, να προβεί σε συμπληρωματική απολογία κ.λπ. (Θεμελιώδεις αρχές του πειθαρχικού δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα 2016, Κ. Δημαρέλλης).

Συνεπώς, η αρχή της απολογίας του πειθαρχικά διωκομένου θεσπίζει υποχρέωση του πειθαρχικού οργάνου και, αντίστοιχα, δικαίωμα του εργαζομένου να κληθεί για να παραστεί στην πειθαρχική δίκη και να υποβάλει, προφορικώς ή εγγράφως, τις θέσεις του για την αντίκρουση της κατηγορίας. Η μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής επιφέρει έλλειψη νομιμότητας της πειθαρχικής απόφασης, ενώ η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί ευχέρεια του εργαζομένου.

 

Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων στο άρθρο 107 ΥΚ

1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι:

α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία,

β) κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος,

γ) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους,

δ) η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών,

 ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας. Ειδική περίπτωση παρόμοιας συμπεριφοράς αποτελεί οποιαδήποτε πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, στην οποία ενέχεται εκπαιδευτικός ή υπάλληλος που υπηρετεί σε σχολείο,

στ) η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας,

«ζ) η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με τον ν. 3896/2010, και η χρήση γλώσσας έμφυλης διάκρισης, κατά την άσκηση των καθηκόντων.».

η) η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26* του παρόντος,

θ) η σοβαρή απείθεια, 

ι) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων,

ια) η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27** του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων,

ιβ) η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές,

 ιγ) η προδήλως αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η υπαίτια μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,

ιδ) η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων,

ιε) η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση,

 ιστ) η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί,

 ιζ) η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,

ιη) η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου,

ιθ) η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων, κ) η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας, κα) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας,

κβ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή το χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών, κγ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία,

κδ) η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 110 του παρόντος,

κε) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας,

κστ) η απλή απείθεια, 

κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του,

κη) η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος,

κθ) η άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας,

λ) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 130 του παρόντος νόμου, λα) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 144 του παρόντος νόμου,

λβ) Το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 3 του ν. 3861/2010 (Α` 112).».

λγ) η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως.

 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ.

 3. Σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή κατά την έννοια της περίπωσης ε` της παρ. 1 του παρόντος άρθρου η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης.

_________________________________________________________

* Άρθρο 26

Εχεμύθεια

1. Ο υπάλληλος οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για θέματα που χαρακτηρίζονται ως απόρρητα από τις κείμενες διατάξεις. Οφείλει επίσης να τηρεί εχεμύθεια σε κάθε περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από την κοινή πείρα και λογική, για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.

2. Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν αντιτάσσεται στις περιπτώσεις που προβλέπεται δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών εγγράφων.

3. Μαρτυρία ή πραγματογνωμοσύνη για θέματα απόρρητα επιτρέπεται μόνο με άδεια του οικείου Υπουργού.

4. Ο υπάλληλος που έχει χαρακτηρισθεί ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν παραλείπεται σε διαδικασία προαγωγής ούτε υπόκειται σε οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία ή τιμωρείται, απολύεται ή καθ` οιονδήποτε τρόπο υφίσταται άλλη δυσμενή διακριτική μεταχείριση αμέσως ή εμμέσως και ιδίως σε θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, μετακίνησης ή τοποθέτησης, κατά τη διάρκεια του αναγκαίου για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης χρόνου.


** Άρθρο 27

Συμπεριφορά υπαλλήλου

1. Ο υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται εντός και εκτός της υπηρεσίας κατά τρόπο ώστε να καθίσταται άξιος της κοινής εμπιστοσύνης.

2. Ο υπάλληλος οφείλει κατά την άσκηση των καθηκόντων του να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια στους διοικούμενους και να τους εξυπηρετεί κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους.

3. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται να κάνει διακρίσεις σε όφελος ή σε βάρος των πολιτών, εξαιτίας των πολιτικών, των φιλοσοφικών ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2020

GDPR : Οι αλλαγές και οι ευκαιρίες που ήρθαν μαζί του - άρθρο στην Εφημερίδα Ελευθερία Λάρισας



 Στις 25 Μαΐου 2018 τέθηκε σε εφαρμογή στα κράτη μέλη της Ε.Ε. ο Κανονισμός 2016/679 με τον τίτλο «Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων»  (γνωστός ως GDPR που είχε μάλιστα χρονικό διάστημα προσαρμογής δύο ετών). Στα δύο έτη εφαρμογής του GDPR στην Ελλάδα, ο ιδιωτικός τομέας έδειξε περισσότερη διάθεση προσαρμογής, ωστόσο ταυτόχρονα, σε αυτόν επιβλήθηκαν τα περισσότερα πρόστιμα σε σχέση με το δημόσιο τομέα, ο οποίος εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά στα θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ;

Όταν γίνεται λόγος για επεξεργασία προσωπικών δεδομένων εννοούμε οποιαδήποτε ενέργεια αφορά σε πληροφορίες (λ.χ. ονοματεπώνυμο, email, διεύθυνση) που αφορούν ένα πρόσωπο, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η διαγραφή ή η καταστροφή.

 

ΤΙ ΑΛΛΑΞΕ ΜΕ ΤΟΝ GDPR;

Ο Κανονισμός ενίσχυσε τα δικαιώματα των υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων, δηλαδή των προσώπων, ενώ αυστηροποίησε τις υποχρεώσεις όλων όσοι επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα, που ονομάζονται υπεύθυνοι επεξεργασίας των δεδομένων και εκτελούντες επεξεργασία. Επίσης, εισήχθησαν νέες διαδικασίες και μέσα για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή και τον έλεγχο του σεβασμού των κανόνων προστασίας.

  

ΠΟΙΟΥΣ ΑΦΟΡΑ Ο GDPR;

Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πραγματοποιείται τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα (λ.χ. επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες που επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα για τους πελάτες, τους προμηθευτές, το προσωπικό τους). Επιπλέον, ο Κανονισμός αφορά και τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους εκτός Ε.Ε., εφόσον επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα υποκειμένων που κατοικούν σε ευρωπαϊκή χώρα, όπως στην Ελλάδα.

 

ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΒΑΣΕΙ GDPR;

Ο Κανονισμός επιβάλλει μια σειρά νέων υποχρεώσεων σε όσους επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα, όπως να εφαρμόζουν την εκ σχεδιασμού και εξ ορισμού προστασία δεδομένων επιλέγοντας κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, ώστε να τηρούνται οι προδιαγραφές του Κανονισμού και το ενδεδειγμένο επίπεδο ασφάλειας κατά την πραγματοποίηση της επεξεργασίας, να διενεργούν εκτίμηση επιπτώσεων στην προστασία δεδομένων, καθώς και να ορίσουν, εφόσον απαιτείται, υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Κυριαρχεί πλέον η ενισχυμένη αρχή της διαφάνειας, καθώς και η νέα αρχή της λογοδοσίας, σύμφωνα με την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τον GDPR, εφόσον κληθεί από τη νέα Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο εκτελούντες την επεξεργασία που παρέχουν επαρκείς διαβεβαιώσεις για την εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων και η σχέση τους θα πρέπει να αποτυπώνεται λεπτομερώς σε σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως.

 

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ GDPR

Τα πρόστιμα που προβλέπονται για την παράβαση των διατάξεων του GDPR είναι ιδιαιτέρως υψηλά και φθάνουν μέχρι και το 4% του ετήσιου τζίρου της επιχείρησης. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις η σημαντικότερη βλάβη που θα υποστεί μία εταιρεία από την παραβίαση των διατάξεων του GDPR είναι ότι θα πληγεί η φήμη, η αξιοπιστία και το κύρος της.

 

ΟΦΕΛΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΠO ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ GDPR

Πάντως, μέσα από τη διαδικασία συμμόρφωσης στον GDPR, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη.

 

· Καταρχάς, τους δίνεται η ευκαιρία να κερδίσουν, ή να εμπεδώσουν την εμπιστοσύνη με τους πελάτες και τους συνεργάτες τους μέσα από το σεβασμό τους στα προσωπικά τους δεδομένα.

· Τους δίνεται η δυνατότητα να δημιουργήσουν σχέσεις με τους πελάτες τους, οι οποίες να εδράζονται στη διαφάνεια και την ειλικρίνεια, ώστε να επιτευχθεί ουσιαστικότερη συνεργασία και αποτελεσματικότητα στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα.

·  Θα προχωρήσουν σε ξεκαθάρισμα των αρχείων τους, σε αρχειοθέτηση των παλιών ή και καταστροφή τους με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πόρων και πολύτιμου χρόνου, ενώ το νέο αρχείο που θα δημιουργηθεί θα είναι ακριβέστερο και βασισμένο στις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες για τη λειτουργία και ανάπτυξη της επιχείρησής τους.

· Μέσα από την εφαρμογή τεχνικών και οργανωτικών μέτρων που ορίζονται στον GDPR τα αρχεία των επιχειρήσεων θα είναι ευκολότερα προσβάσιμα και περισσότερο ασφαλή, προστατευμένα από εξωτερικές απειλές και εκ των έσω διαρροές.

· Με την τήρηση αρχείου δραστηριοτήτων επεξεργασίας και την πραγματοποίηση εκτίμησης επιπτώσεων επί των προσωπικών δεδομένων που ορίζονται στον GDPR, οι επιχειρήσεις θα έχουν στη διάθεσή τους πολύτιμα οργανωτικά εργαλεία που θα αποτυπώνουν τη δραστηριότητά τους και θα βοηθήσουν στην λήψη ορθότερων επαγγελματικών αποφάσεων και εταιρικής πολιτικής.

 

Όσες εν τέλει εταιρίες καταβάλλουν οργανωμένες προσπάθειες συμμόρφωσης με τον GDPR, θα αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων και η ευαισθησία τους στον τομέα των προσωπικών δεδομένων θα εκτιμηθεί δεόντως από συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, συνεργάτες, προσωπικό και πελάτες.


Κυριακή, 7 Ιουνίου 2020

ΦΟΡΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ 400.000 ΕΥΡΩ ΑΚΥΡΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ


Με μία σημαντική απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας που εκδόθηκε το Μάιο του 2020, ακυρώθηκαν πράξεις ατομικής ειδοποίησης και ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. συνολικού ύψους που προσεγγίζει τις 400.000 ευρώ, μετά από Ανακοπή που κατέθεσε και υποστήριξε με απόλυτη επιτυχία το Δικηγορικό μας Γραφείο.

Είχε προηγηθεί απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία ακυρώθηκε πλασματική αποδοχή κληρονομίας (πρόκειται για αποδοχή που επέρχεται μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των 4 μηνών από το θάνατο του κληρονομούμενου) σε δίκη που είχε εκκινήσει το 2017, μετά από Αγωγή που είχε ασκήσει το Δικηγορικό μας Γραφείο και είχε υποστηρίξει επίσης με απόλυτη επιτυχία σε μία άκρως απαιτητική υπόθεση.
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τη συνεργάτιδα δικηγόρο Αθηνών του Δικηγορικού μας Γραφείου, Γκολφινοπούλου Μαρία για την πολύτιμη συμβολή της, καθώς και τους εντολείς μας για την εμπιστοσύνη που μας επέδειξαν καθόλη τη διάρκεια της τριετούς δικαστικής διαμάχης.