Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποινικό Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποινικό Δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Τί είναι υπεξαίρεση;

Τί είναι υπεξαίρεση;
Eίναι ποινικό αδίκημα, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στα αδικήματα που υπάρχουν στον Ποινικό Κώδικα της χώρας μας και συγκεκριμένα στο άρθρο 375 αυτού.
                                              
Ποιές είναι οι κυρώσεις για το αδίκημα της υπεξαίρεσης;
Οι κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος, είναι σοβαρές και εξαρτώνται ανάλογα με την αξία του πράγματος που υπεξαιρείται. Έτσι, υπεξαίρεση μπορεί είτε να αποτελεί πλημμέλημα, που τιμωρείται με φυλάκιση με ανώτατο όριο τα 5 έτη φυλάκισης, είτε κακούργημα με ανώτατο όριο τα 10 έτη κάθειρξη.

Ποιά είναι η έννοια της υπεξαίρεσης με απλά λόγια;
Σε μία απλουστευμένη περιγραφή,το αδίκημα της υπεξαίρεσης υπάρχει, όταν κάποιος, ο οποίος έχει ήδη στην κατοχή του ένα αντικείμενο (πράγμα), που δεν του ανήκει, το χρησιμοποιεί σαν να είναι δικό του, όπως π.χ. ο υπάλληλος που εργάζεται στο ταμείο επιχείρησης, αφαιρεί χρήματα από το ταμείο και τα βάζει στην τσέπη του.

Τί αναφέρεται στον ποινικό κώδικα για την υπεξαίρεση;
Στο άρθρο 375 του ΠΚ ορίζεται ότι:
1. Όποιος  ιδιοποιείται  παρανόμως  ξένο  (ολικά  ή  εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε  στην  κατοχή  του  με  οποιονδήποτε  τρόπο τιμωρείται  με φυλάκιση μέχρι  δύο  ετών  και, αν το αντικείμενο της  υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση  τουλάχιστον ενός έτους.
Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενο εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.

Ποιές είναι οι νομικές προϋποθέσεις για την υπεξαίρεση;
Τα δικαστήρια της χώρας έχουν ασχοληθεί με την ερμηνεία του άρθρου 375 του Ποινικού Κώδικα, που αφορά την υπεξαίρεση. Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής:
1) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, 
2) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το Αστικό Δίκαιο, σε άλλον εκτός από το δράστη,
3) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη,
4) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιολογητικού λόγου και
5) υποκειμενικά δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του, να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία (απόφαση Αρείου Πάγου υπ' αριθμ. 214/2015).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Όσα αναφέρονται στο παρόν άρθρο αποτελούν μία εισαγωγική προσέγγιση στην έννοια της υπεξαίρεσης. Για περισσότερες πληροφορίες για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, θα πρέπει να συμβουλευτείτε εξειδικευμένο Δικηγορικό Γραφείο, καθώς η κάθε περίπτωση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και επιδέχεται διαφορετικής αντιμετώπισης.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Δυσφήμηση και Συκοφαντική Δυσφήμηση

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει αναφερθεί σε στιγμή έντασης σε μία συζήτηση, είτε αυτή λαμβάνει χώρα σε τηλεοπτικό πάνελ, είτε σε μία παρέα γνωστών και φίλων, η φράση "θα σου κάνω μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση".
Ωστόσο, δεν είναι ευρέως γνωστές οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο Ποινικός Κώδικας και έχουν διαμορφωθεί από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων (τη λεγόμενη νομολογία) για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Επίσης, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό το γεγονός ότι υπάρχει το ξεχωριστό αδίκημα της απλής δυσφήμησης.

Το άρθρα 362 και 363 ΠΚ (Ποινικού Κώδικα) αναφέρουν σχετικά τα εξής:

Δυσφήμηση                                              
Άρθρο 362         
Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με Φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της Φυλάκισης.   

  
Συκοφαντική Δυσφήμηση                              
Άρθρο 363           
Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό  είναι ψευδές  τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών μαζί με τη Φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να  επιβληθεί  και  στέρηση  πολιτικών   δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63.   

Από την ανάγνωση των ανωτέρω άρθρων είναι εμφανής η σημαντικότερη διαφορά της απλής δυσφήμησης από την συκοφαντική, η οποία έγκειται στο ότι στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 363 ΠΚ το γεγονός που διαδίδεται είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο είναι ψευδές. Για το λόγο αυτό άλλωστε, η συκοφαντική δυσφήμηση τιμωρείται με βαρύτερη ποινή από την απλή δυσφήμηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διατάξεις των άρθρων 366, 367 και 368 του ΠΚ, σύμφωνα με τις οποίες μπαίνουν κάποια όρια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ :

Γενικές διατάξεις                               
Άρθρο 366          
1. Αν  το  γεγονός  του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει   ατιμώρητη. Η απόδειξη όμως της  αλήθειας  του  γεγονότος  απαγορεύεται   όταν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού   βίου  που  δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση   έγιναν κακόβουλα.           
2.  Αν στις περιπτώσεις των  άρθρων  362, 363, 364  και 365  το   γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για   την  οποία  ασκήθηκε  δικαστική  δίωξη  αναστέλλεται  η δίκη για τη Δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης, θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η Δυσφήμηση είναι  αληθινό  αν  η  απόφαση  είναι   καταδικαστική  και  ψευδές  αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχτηκε ότι το πρόσωπο που έχει δυσφημισθεί τέλεσε την   αξιόποινη πράξη.           
3. Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά η Δυσφήμηση   δεν  αποκλείει  την  τιμωρία για  Εξύβριση,  αν  από  τον  τρόπο  που   εκδηλώθηκε  ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η Δυσφήμηση   προκύπτει σκοπός Εξύβρισης.

Άρθρο 367.            
1.  Δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι  δυσμενείς  κρίσεις  για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες β) οι δυσμενείς   εκφράσεις  που  περιέχονται  σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα   που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, καθώς και γ) οι εκδηλώσεις   που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την  άσκηση  νόμιμης   εξουσίας  ή  για  την  διαφύλαξη  (προστασία)  δικαιώματος  ή από άλλο   δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις.           
2.  Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω   κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης  του   άρθρου  363,  καθώς  και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις   περιστάσεις  υπό  τις  οποίες  τελέστηκε  η  πράξη,  προκύπτει  σκοπός   Εξύβρισης.   

Έγκληση                               
Άρθρο 368        
1.  Στις  περιπτώσεις  των άρθρων 361, 362, 363, 364 και 365 η  ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Αν ο παθών είναι αστυνομικός, λιμενικός, πυροσβεστικός και υγειονομικός  υπάλληλος και η πράξη συνέβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του από πρόσωπο που ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού, η ποινική  δίωξη στην περίπτωση του άρθρου 361 ασκείται αυτεπάγγελτα. (...).
  
Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων έχουν διαμορφώσει τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης με τους περιορισμούς που θέτει η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ. 
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για τα αδικήματα της δυσφήμησης και της συκοφαντικής δυσφήμησης θα πρέπει να υποβληθεί μήνυση από αυτόν που προσβλήθηκε, η οποία λέγεται "έγκληση".

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ 

"...Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: 
1)  ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου,
2)το γεγονός να  είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, 
3) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι  αυτό είναι ψευδές. 
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η οποία προέρχεται ή από ίδια  πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. 
Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν  λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοινώσεως που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση  επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. 
Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή  οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο  υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια.  
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. 
Το  γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί,  οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα  οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος." (ΑΠ - Άρειος Πάγος- 79/2015, Βάση Δεδομένων ΝΟΜΟΣ).

"...Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή για την διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς την χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίησή τους με άλλον τρόπο και εφόσον δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσής της (...)" (ΑΠ 533/2010, Βάση Δεδομένων ΝΟΜΟΣ). 

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Είναι η αισχροκέρδεια ποινικό αδίκημα;

Βεβαίως και είναι, σύμφωνα με το άρθρο 405 του Ποινικού μας Κώδικα. Μάλιστα, προ οικονομικής κρίσης, είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 13/2008 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία ανέλυε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες στοιχειοθετείται το έγκλημα της Αισχροκέρδειας.

Έτσι, κατά το άρθρο 405 ΠΚ τιμωρείται για αισχροκέρδεια όποιος σχετικά με άλλες δικαιοπραξίες, εκτός από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 404 παρ. 1 (σ.σ. το οποίο αφορά το αδίκημα της Τοκογλυφίας) και υπό τις ίδιες περιστάσεις, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν την αξία της δικής του παροχής, τόσο ώστε ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις να βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία προς αυτήν.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της αισχροκέρδειας απαιτείται να συντρέξουν τα εξής στοιχεία: 
Αντικειμενικά μεν, 1) η συνομολόγηση και η λήψη εκ μέρους του δράστη για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, 2) τα ωφελήματα να υπερβαίνουν την αξία της παροχής του δράστη τόσο, ώστε ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις να βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία προς αυτήν, 3) η συναλλαγή να γίνεται υπό τις εκμεταλλευτικές περιστάσεις της ανάγκης, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την αντιπαροχή και 4) ο δράστης να τελεί το αδίκημα κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια, υποκειμενικά δε να συντρέχει δόλος οποιασδήποτε μορφής, ακόμη και ενδεχόμενος (σ.σ. επομένως, αποκλείεται η τέλεση του ως άνω αδικήματος από αμέλεια). 

Επιπλέον, από την ερμηνεία της παραπάνω διατάξεως προκύπτει ότι αυτή έχει εφαρμογή σε άλλες, όχι πιστωτικές, δικαιοπραξίες, αλλά σε οποιεσδήποτε διμερείς δικαιοπραξίες οι οποίες προϋποθέτουν ανταλλαγή παροχών, δηλαδή είτε αυτές αφορούν απόκτηση ή μεταβίβαση πράγματος ή δικαιώματος (σ.σ. π.χ. πώληση), κατά τη σύναψη των οποίων όμως το ένα μέρος, εκμεταλλευόμενο την ανάγκη ή τα ελαττώματα του άλλου, κατορθώνει να δώσει ελάχιστα απέναντι σε αντιπαροχή δυσανάλογα μεγάλη (βλ. Αιτιολογ. Έκθεση, σελ. 393, ΑΠ 257/57 ΠοινΧρον Ε 546).

Επίσης, η κατ` επάγγελμα τέλεση της πράξεως της τοκογλυφίας υπάρχει όταν ο δράστης έχει την πρόθεση της επανειλημμένης διάπραξης του αδικήματος της τοκογλυφίας με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από αυτό. Δηλαδή, ούτε προηγούμενη καταδίκη για την ίδια πράξη του δράστη απαιτείται, ούτε τυγχάνει αναγκαίο ο δράστης να έχει διαπράξει περισσότερες από μία τέτοιες πράξεις. 

Και τούτο, διότι τα κριτήρια της συνδρομής της επιβαρυντικής αυτής περιπτώσεως δύνανται να διαπιστωθούν και σε εκείνον ο οποίος καταδικάσθηκε για μία μόνον πράξη, εφόσον υπάρχει πρόθεση για τέτοιες πράξεις για βιοπορισμό του (ΑΠ 1519/88 ΠοινΧρον 39.370, ΑΠ 329/89 Ποιν Χρον 39.899, ΑΠ 397/89 ΠοινΧρον 39.951, ΑΠ 501/89 ΠοινΧρον 39.979). Δεν απαιτείται δε να προκύπτει ότι αυτός έχει τελέσει τις ίδιες πράξεις και σε βάρος άλλου προσώπου.

Επίσης, η δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης, πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να την αντιλαμβάνεται οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος και έχει την έννοια ότι η ωφέλεια που αποκομίζει ο ένας σε βάρος του άλλου υπερβαίνει το μέτρο που κατά την ανταλλακτική καλή πίστη είναι φυσικό να αποκομίζει (ΑΠ 382/1992 ΕΕΝ 93, 303, ΝοΒ 93,874). Συνήθως είναι προφανής η δυσαναλογία, όταν υπερβαίνει το 50% της αξίας της αντιπαροχής (ΑΠ 307/1993 ΝοΒ 42,382, Μ. Mapyapkqs, ΠοινΚ 2002 υπό το άρθρο 404).

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Μαγνητοφώνηση συνομιλίας: μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο δικαστήριο;

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της χρήσης αποδεικτικών μεσων, όπως λ.χ. μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας αποθηκευμένη σε ψηφιακό μέσο, τα οποία δεν αποκτήθηκαν με νόμιμο τρόπο, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
Προσφάτως η νομολογία ασχολήθηκε με το ζήτημα και έδωσε κατευθηντήριες γραμμές και ερμήνευσε τις εφαρμοστέες διατάξεις του Ποινικού Κωδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πάντοτε υπό το πρίσμα των σχετικών συνταγματικών διατάξεων που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας αλλά και τα έννομα αγαθά της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου.

- Έτσι, ο Άρειος Πάγος στην υπ' αριθμ. 653/2013 απόφασή του έκρινε τα εξής:
(...)Παρά τις επελθούσες με το άρθρο 10 του ν. 3674/2008 τροποποιήσεις στο άρθρο 370 Α Π.Κ. και στο άρθρο 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και της θεσπισθείσης απολύτου απαγορεύσεως της χρήσεως ως αποδεικτικών μέσων μαγνητοταινιών ή μαγνητοφωνήσεων που αποκτήθηκαν παρανόμως, από πλευράς ποινικού δικονομικού δικαίου η προβλεπομένη απόλυτη απαγόρευση δικονομικής αξιοποιήσεως τέτοιων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ελέγχεται από το επιλαμβανόμενο της εκδικάσεως της υποθέσεως ποινικό δικαστήριο αν είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1δ του Συντάγματος, που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας με συνέπεια για να μη τίθεται σε διακινδύνευση τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας και πλην της χρήσεως αποδεικτικών μέσων παρανόμως κτηθέντων, κατόπιν βασανιστηρίων ή κατόπιν προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων είτε κατά είτε υπέρ του κατηγορουμένου, όπως όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας, εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται αυτός, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του, ώστε το δικαστήριο να συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παρανόμου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα κατηγορούμενο.

(σ.σ. Άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ – όπως ισχύει σήμερα: Αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία.)

- Επίσης, το Εφετείο Θεσσαλονίκης επί του ίδιου ζητήματος με την υπ' αριθμ. 747/2012 απόφασή του έκρινε σχετικώς ότι:
(...)Από τη διάταξη του άρθρου 370 Α παρ. 2 Π.Κ. προκύπτει ότι «όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγουμένου, εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου». 
Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρθρ. 2 παρ. 1,5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπεια τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις (Α.Π. 1202/2011, Ελλ.Δνη 52.1532). 
Παράνομο αποδεικτικό μέσον αποτελεί κατ` αρχήν και η μαγνητοταινία, στην οποία έχει καταγραφεί ιδιωτική συνομιλία. Λόγοι σεβασμού και προστασίας των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αγαθών της ανθρώπινης αξίας, ζωής, τιμής και ελευθερίας επιβάλλουν την κάμψη της κατ` άρθρον 19 παρ. 3 του Συντάγματος, απαγορεύσεως της χρήσεως παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου, στην περίπτωση κατά την οποίαν το μέσον αυτό αποτελεί τον μοναδικόν τρόπον αποδείξεως της αθωότητας του κατηγορουμένου σε περίπτωση κακουργήματος που απειλείται, με ποινή ισοβίου καθείρξεως (Ολ.Απ 1/2001 πολιτική, ΑΠ 2617/2008 ΠΧρ. ΝΘ (2009) 901) .

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Οδηγίες χρήσεως χειροπέδων από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου

Στην καθημερινή πρακτική η χρήση των χειροπέδων από την Αστυνομία γίνεται σε όλους ανεξαιρέτως όσους συλλαμβάνονται, ιδίως με τη διαδικασία του αυτοφώρου, ακόμη και για ήσσονος σημασίας αδικήματα χωρίς οποιαδήποτε κριτήρια. Το γεγονός αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε υπερβολική χρήση των χειροπέδων.

Την προσοχή των διωκτικών αρχών για το πότε πρέπει να χρησιμοποιούνται χειροπέδες, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα πρέπει να προχωρούν σε συλλήψεις με την αυτόφωρη διαδικασία για όσους οφείλουν στο δημόσιο εφιστά με εγκύκλιο που εξέδωσε ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νίκος Παντελής.
Η εισαγγελική εγκύκλιος εκδόθηκε με αφορμή αναφορά διαμαρτυρίας δικηγόρου για την παραπομπή 80χρονου οφειλέτη που εμφανίστηκε αυτοβούλως στις διωκτικές αρχές για να οδηγηθεί σε αυτόφωρο ή σε ρητή δικάσιμο και παρά τις διαμαρτυρίες δεσμεύθηκε με χειροπέδες.

Με την εγκύκλιό του, την οποία απευθύνει στους εισαγγελείς Εφετών και Πρωτοδικών, τους οικονομικούς εισαγγελείς αλλά και την ΕΛ.ΑΣ. ο κ. Παντελής εφιστά την προσοχή των αρμόδιων αρχών και επισημαίνει καταρχάς ότι τα αστυνομικά όργανα θα πρέπει να χρησιμοποιούν χειροπέδες όταν οι συλληφθέντες είναι ύποπτοι φυγής ή φέρνουν αντίσταση.

Επιπλέον, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, αναφέρει πως οι συλλήψεις με τη διαδικασία του αυτοφώρου πρέπει να γίνονται με γνώμονα την προστασία της προσωπικής ελευθερίας και μόνον όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι.

Επικαλούμενος δε τη σχετική νομοθεσία σημειώνει πως η σύλληψη σε περίπτωση αυτοφώρου πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το ότι ο κανόνας είναι η προστασία της προσωπικής ελευθερίας (άρθρο 6 του Συντάγματος) και η στέρησή της η εξαίρεση.

Ο κ. Παντελής υπενθυμίζει στις αστυνομικές αρχές πως πρέπει να συμπεριφέρονται με κάθε δυνατή ευγένεια κατά τη σύλληψη, να μεταχειρίζονται βία μόνο όταν υπάρχει ανάγκη και να αποφεύγουν φράσεις που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη του συλληφθέντος.

Σημειώνει ακόμη πως στην πράξη οι οφειλέτες του δημοσίου ειδοποιούνται συχνά από τις διωκτικές αρχές για τις φορολογικές τους εκκρεμότητες και τους παρέχεται εύλογη προθεσμία τακτοποίησης.

Ωστόσο, όπως αναφέρει, για όσους από αυτούς βρίσκονται σε αδυναμία ή οι υποθέσεις τους δεν μπορούν να ρυθμιστούν και εμφανίζονται αυτοβούλως στις αστυνομικές αρχές για να ακολουθηθεί η διαδικασία του αυτοφώρου, είναι προφανές ότι εκλείπουν οι προϋποθέσεις που επιβάλλουν αλλά και δικαιολογούν τη δέσμευσή τους με χειροπέδες.

Ο κ. Παντελής επαναλαμβάνει τις θέσεις παλαιότερης εγκυκλίου του, του 2011, για λελογισμένη χρήση της αυτόφωρης διαδικασίας σε περιπτώσεις ακραίας και προκλητικής φοροδιαφυγής και προσθέτει ότι η αυτόφωρη διαδικασία και καταδίκη στα συγκεκριμένα αδικήματα (φοροδιαφυγή μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο) δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέσο για την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων της πολιτείας.

Επιπλέον, αναφέρει ότι από την τριετή εφαρμογή του 3943/2011 προκύπτει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών επέρχεται ανάκληση των παραγγελιών αυτόφωρης διαδικασίας. Και αυτό διότι – όπως λέει - οι ειδοποιούμενοι για τις οικονομικές εκκρεμότητες σπεύδουν υπό την απειλή σύλληψης να τακτοποιήσουν την οφειλή. Όπως όμως αναφέρει το πρόβλημα είναι πως την ρύθμιση και καταβολή μιας ή δυο δόσεων οι ίδιοι δεν εξυπηρετούν το χρέος τους και επανέρχονται στο καθεστώς του οφειλέτη του δημοσίου.


Πηγή: ΑΜΠΕ και lawnet.gr

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Πρόταση για εισαγγελέα που θα συνδιαλέγεται με τον κατηγορούμενο για την ποινή

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανάρτησε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου για το νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στον οποίο έχουν μεταφερθεί καινοτομίες που ήδη εφαρμόζονται σε άλλα κράτη όπως είναι η Μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Γερμανία.

Οι καινοτομίες αυτές αποσκοπούν, κατά κύριο λόγο στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις.

Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, που είναι έργο της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, που συγκροτήθηκε υπό τον πρόεδρο της καθηγητή της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Λάμπρο Μαργαρίτη, προβλέπει την καθιέρωση του θεσμού του «ποινικού εισαγγελέα συνδιαλλαγής» ο οποίος θα συνδιαλέγεται με τον κατηγορούμενο για το ύψος της ποινής πριν φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο ο «ποινικός εισαγγελέας συνδιαλλαγής» θα έχει τη δυνατότητα να συνδιαλέγεται με τον κατηγορούμενο και να συμφωνεί για το ύψος της ποινής, χωρίς η υπόθεση να φτάνει στο ακροατήριο.

Η διαμεσολάβηση αφορά τα κακουργήματα για τα οποία προβλέπονται ποινές μέχρι 10 χρόνια κάθειρξη, ενώ στους κανόνες της συνδιαλλαγής δεν μπορούν να υπαχθούν αδικήματα που τιμωρούνται με βάση το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου.

Εάν ο κατηγορούμενος συμφωνήσει με τον «ποινικό εισαγγελέα συνδιαλλαγής», τότε πρέπει η συμφωνηθείσα ποινή να είναι εμφανώς επιεικέστερη από αυτή που θα επιβαλλόταν από το δικαστήριο, ενώ παράλληλα και η έκτιση της ποινής θα έχει ευνοϊκότερους όρους αναφορικά με την αποφυλάκιση.

Παράλληλα, με το επίμαχο νομοσχέδιο, καταργούνται τα Πενταμελή Εφετεία Κακουργημάτων, ενώ από Πενταμελή Εφετεία θα δικάζονται τα αδικήματα που χαρακτηρίζονται σύνθετα, καθώς και αδικήματα που καταλαμβάνονται από το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη που ορίζει ότι είναι αυτόφωρο το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο δημόσιο - φοροδιαφυγής - μη απόδοσης ΦΠΑ.

Το Πλημμελειοδικείο Κατερίνης με δύο σημαντικές αποφάσεις του, έκρινε περί της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, που χαρακτηρίζουν το αδίκημα αυτό ως διαρκές και υπάγουν την εκδίκασή του στην αυτόφωρη διαδικασία, η μία εκ των οποίων παρατίθεται κατωτέρω συνοπτικά.
   
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1410/2013

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΦΩΡΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ 

Συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2013

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 

.........

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ

..............

Παρούσα

ΠΡΑΞΗ 

Φοροδιαφυγή με τη μη απόδοση Φ.Π.Α. κατ` εξακολούθηση

(......)


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της δέκατης παραγράφου του άρθρου 21 ν. 2523/1997, όπως αυτό προστέθηκε με την §2 στοιχ. ιγ` άρθρου 3 Ν. 3943/2011 ,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011:
«Στα αδικήματα του παρόντος νόμου, χρόνος τέλεσης είναι το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.».

Με την ανωτέρω διάταξη ο νομοθέτης κατέστησε διαρκή μια σειρά αδικημάτων. Κοινό στοιχείο των περισσότερων απόψεων που υποστηρίζονται για τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού ενός εγκλήματος ως διαρκούς είναι το εξής: 
πρέπει από τη στιγμή της τυπικής του περάτωσης και μετά να μπορούμε να πούμε ότι κάθε επόμενη στιγμή η συμπεριφορά του δράστη πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του ίδιου εγκλήματος (βλ. επίσης, αναλυτικά, Δημήτραινα Γ., ό.π., σελ. 293 επ.). Τούτο λ.χ. συμβαίνει αδιαμφισβήτητα στο αδίκημα της παράνομης κατακράτησης [βλ. παράδειγμα που χρησιμοποιεί η Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, (ό.π.)]. 
Υπό αυτό το πρίσμα, αν επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τι συμβαίνει στην περίπτωση του αδικήματος της μη απόδοσης ΦΠΑ (: άρθρο 18§ 1β ν. 2523/1997), διαπιστώνουμε ότι αυτό περατώνεται τυπικά μόλις παρέλθει η αντίστοιχη ημερομηνία και δεν αποδώσει ο υπόχρεος τον ΦΠΑ. 
Για να απαντήσουμε, είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι ο νομοθέτης καθιέρωσε με την «επίδικη» ρύθμιση, πλασματικά διαρκή (βλ. Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., Οι επιλογές του Ν 3943/2011 για την οριοθέτηση του αξιοποίνου των φορολογικών αδικημάτων: Μια ατυχής προσπάθεια αυξημένης προστασίας απαιτήσεων του δημοσίου, ΠοινΔικ 2011, σελ. 1311). σελ. 1311)] ή ημι-διαρκή [έτσι, ο Γ. Δημήτραινας, (ό.π., σελ. 297,299)) εγκλήματα, χωρίς τούτη η πρόβλεψη να επαληθεύεται από τη νομοτυπική μορφή εκάστου εγκλήματος. 

Κατά τον τρόπο αυτό, εκτός του ότι προκάλεσε αποτέλεσμα αντίθετο στο άρθρο 17 ΠΚ, εισήγαγε αντικειμενική ποινική ευθύνη του δράστη σε χρόνο κατά τον οποίο πράξη του ή ποινικά αξιόλογη παράλειψη του έχει σαφώς παρέλθει από τα όρια του αυτοφώρου. Οι ανωτέρω επισημάνσεις προσδίδουν στη ρύθμιση αντισυνταγματικό χαρακτήρα, λόγω πρόσκρουσης στο άρθρο 7§1 [βλ. έτσι, Δημήτραινα Γ., ό.π. (: ο συγγραφέας κάνει λόγος και για πρόσκρουση στο άρθρο 2§1 Σ.), Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., ό.π.]. 

Περαιτέρω, δύναται να υποστηριχθεί ότι η ρύθμιση είναι αντισυνταγματική, διότι προσκρούει στα άρθρα 2§1, 6§1 και 25 του Συντάγματος (βλ. και Δημήτραινα Γ., ό.π., σχετικά με τη μη συμβατότητα με το άρθρο 2§1 Σ.· επίσης, Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., ό.π., σελ. 1312, σχετικά με τη μη συμβατότητα στο άρθρο 6§1 Σ). Ειδικότερα, ο νομοθέτης εισήγαγε μία μη πειστική -δογματικά- ρύθμιση με αυτοσκοπό την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας (βλ. Αιτιολογική Εκθεση). Ετσι, υποβάθμισε το γεγονός ότι η τελευταία προϋποθέτει πράγματι αυτόφωρο έγκλημα, στο οποίο η αποδεικτική πιθανότητα αγγίζει τη βεβαιότητα [για το χαρακτήρα αυτό του αυτόφωρου εγκλήματος, βλ., αντί άλλων, Μαργαρίτη Λ/Καλφέλη Γ., Ποινιική Δικονομία, Ειδικές Διαδικασίες, τόμ. α`, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία, Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47 επ., και ιδίως σελ. 65], στοιχείο που είναι λίαν αμφίβολο αν συντρέχει (ή συντρέχει πάντοτε) σε σύνθετα αδικήματα, όπως εκείνα του ν. 2523/1997. 

Είναι λοιπόν προφανές ότι η ρύθμιση αποσκοπούσε να επιτρέψει, ανεξαιρέτως, τη σύλληψη του υπαιτίου, την κράτηση του και την άμεση εκδίκαση της υπόθεσης, με σύντμηση της προδικασίας (: όσο βέβαια τούτη είναι νοητή μετά την τροποποίηση του ΚΠΔ από το ν. 3904/2010). 

Ετσι, όμως ανέδειξε ως «πανταχού παρούσα» μία διαδικασία, η οποία συνδέεται με σοβαρή αποστέρηση δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (βλ. σχετικά, Κονταξή Θ., Αυτόφωρο: Δικαϊικός Μεσαίωνας ή «βιομηχανία απονομής» δικαιοσύνης, ΠοινΔικ 2006, σελ. 221 επ.). 
Κατά τον τρόπο αυτό, είναι προφανές ότι ο εξαναγκαστικός χαρακτήρας της σύλληψης και της κράτησης του κατηγορουμένου, εμφανίσθηκε ως μέσο πίεσης για μη ομολογημένους σκοπούς (πιθανώς, τη διοικητική «διευθέτηση» της εκκρεμότητας). 

Με άλλα λόγια, ο κατηγορούμενος και η «προδικαστική» στέρηση της ελευθερίας του αναδείχθηκαν ως το δυσανάλογα επαχθές μέσο για σκοπό που αφίσταται του αναμενόμενου (για την προστατευτική για τα έννομα αγαθά, και την εξασφαλιστική-εγγυητική για τον κατηγορούμενο λειτουργία του ποινικού δικαίου, βλ. αντί άλλων, Μαγκάκη ΓΑ, σε ΣυστΕρμΠΚ, επιμέλεια Δ. Σπινέλλη, 2005, σελ. 12 επ.). 

Άλλωστε, είναι βέβαιο ότι η ταχεία διάγνωση της υπόθεσης θα μπορούσε πιθανώς να επιτευχθεί με αναλογικότερες ρυθμίσεις. Τέλος, ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 21 §10 εδ. α` ν. 2523/1997, δημιουργεί αμφιβολίες που έχουν να κάνουν με την ίση μεταχείριση των πολιτών (: άρθρο 4§1 Σ· βλ. έτσι, και Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.π., σελ. 1311). 
Ειδικότερα, τα ίδια εγκλήματα όταν τελούνται με ενέργεια αξιολογούνται από το νομοθέτη ως στιγμιαία, ενώ όταν τελούνται με παράλειψη ως διαρκή. Επίσης, τα τελούμενα με παράλειψη, σήμερα, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 3943/2011, αξιολογούνται ως διαρκή, ενώ, προηγουμένως αξιολογούνταν ως στιγμιαία, δίχως να μεταβληθεί η ειδική υπόσταση των εγκλημάτων, παρά μόνο το διαρκές ή στιγμιαίο του χαρακτήρα τους. 
Με αυτό το δεδομένο, όποιος τέλεσε το αδίκημα του άρθρου 19§5 ν. 2523/1997 πριν την ισχύ του ν. 3943/2011 (:μέχρις τις 31.3.2011) τιμωρείται για το έγκλημα ως στιγμιαίο. Αντίστοιχα, αν κάποιος τέλεσε το ίδιο αδίκημα μετά την ισχύ του τελευταίου νόμου, τιμωρείται για το ίδιο έγκλημα ως διαρκές (βλ. σχετ. ΜονΠρ.Θεσ 34279/2012 και Εισαγγελική πρόταση). 
Στην προκειμένη περίπτωση, στις 15-7-2013 κατατέθηκε ενώπιον της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, αίτηση δίωξης (: άρθρο 41 ΚΠΔ) της ..............- ................... του ..................., διότι Στην Κατερίνη την 27/2/2012, την 27/3/2012, την 27/4/2012, την 27/5/2012, την 27/6/2012, την 27/7/2012 και την 27/8/2012, με περισσότερες από μία πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ούσα φορολογούμενη, δεν απέδωσε στο Δημόσιο το φόρο προστιθέμενης αξίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, το προς απόδοση δε ποσό του φόρου προστιθέμενης αξίας που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 3.000 € και είναι κατώτερο των 75.000 €. 
Συγκεκριμένα ....

[...]

Η υπαίτια συνελήφθη κατόπιν αυθορμήτου προσελεύσεως, την ίδια ημέρα και σε βάρος της ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19§1εδ.β` ν. 2523/1997, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, κατά την παρούσα συνεδρίαση της 15-7-2013. (: στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας). 

Ωστόσο εφόσον οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει τα πλαίσια του αυτοφώρου, το παρόν Δικαστήριο κρίνει, (σύμφωνα και με την Εισαγγελική πρόταση) και δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος της κατηγορουμένης, 
ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία λόγω της πρόδηλης αντίθεσης της διάταξης του αρθρ. 21 του Ν. 2523/1997 όπως αυτό προστέθηκε με την §2 στοιχ. ιγ` άρθρου 3 του Ν. 3943/2011, ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 η οποία ορίζει ότι «Στα αδικήματα του παρόντος νόμου χρόνος τέλεσης είναι το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.», στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Συντ., μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, ενώ σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη διάταξη δεν περιλαμβάνεται στο παρόν κατηγορητήριο. 
Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπέμψει την υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Δικάζει με παρούσα την κατηγορούμενη ............................... του .............................., κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Κηρύσσει απαράδεκτη την αυτόφωρη διαδικασία και παραπέμπει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία προκειμένου να δικαστεί η κατηγορούμενη για το ότι:
[...]
Για παράβαση άρθρων 1, 12, 14, 18 εδ. β, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 98 Π.Κ. και αρθρ. 18 παρ. 1 εδ. β Ν. 2523/1997, όπως τροπ. με Ν. 3943/2011.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Κατερίνη, 15-07-2013

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ                                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Το αδίκημα της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατ' εξακολούθηση, μέσα από τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου.

Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας έχει κρίνει με πάγια νομολογία του ποια είναι τα στοιχεία του αδικήματος της απάτης, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα:

Απάτη

Άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα

         1. Όποιος  με  σκοπό  να  αποκομίσει  ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε  πράξη, παράλειψη  ή  ανοχή  με  την  εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την  αθέμιτη  απόκρυψη  ή  παρασιώπηση  αληθινών  γεγονότων τιμωρείται  με  Φυλάκιση  τουλάχιστον  τριών  μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με Φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

          2.  Οι διατάξεις του  άρθρου  72  για  το  κατάστημα  εργασίας εφαρμόζονται και εδώ.

         "3. Επιβάλλεται Κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ`επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων  (5.000.000) δραχμών [δέκα πέντε χιλιάδων (15.000)ευρώ." 

Το ποσό  των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ της περίπτωσης α` της παραγράφου 3 αναπροσαρμόζεται στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με την παρ.2 περ.δ` άρθρου 24 Ν.4055/2012,ΦΕΚ Α 51/12.3.2012 με έναρξη ισχύος 2 Απριλίου 2012.

ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των [είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών"] "εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000)ευρώ".

Το ποσό  των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ  του δεύτερου εδαφίου 
της παραγράφου 4 αναπροσαρμόζεται στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ με την 
παρ.1 περ.ιδ` άρθρου 24 Ν.4055/2012,ΦΕΚ Α 51/12.3.2012.Εναρξη ισχύος 2 Απριλίου 2012.

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι από τη διάταξη αυτή του 386 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται:
α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του, ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία, ως παραγωγό αίτια, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και
γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν ή συμβαίνουν κατά το χρόνο της βεβαιώσεως τους, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί της ικανότητας ορισμένου προσώπου, όχι, όμως και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις εκπληρώσεως συμβατικών υποχρεώσεων σε μέλλοντα χρόνο. Οταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. 

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του εδαφ.στ`του άρθρου 13 ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ` επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. 

 Επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και, όταν το έγκλημα διαπράττεται κατ`εξακολούθηση.
Κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 98 ΠΚ, κατ`εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. 
Στο παραπάνω άρθρο 98 ΠΚ προστέθηκε, με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999, δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος.

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο νόμος για την παραγραφή του αξιοποίνου αδικημάτων και ποινών !

Δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. υπ' αριθμ. 215/11-10-2013 ο νόμος 4198/2013 “Πρόληψη και Καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και προστασία των θυμάτων αυτής και άλλες διατάξεις”, στον οποίο περιλαμβάνονται οι αναμενόμενες κρίσιμες ρυθμίσεις για την υφ’ όρο παύση της ποινικής δίωξης, την παραγραφή ποινών, αλλά και διατάξεις για εκκρεμείς δίκες που αφορούν αιτήσεις ακυρώσεως και αιτήσεις αναστολής που ασκήθηκαν μέχρι 31.12.2010 και αφορούν ακυρωτικές διαφορές, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου ή του τριμελούς διοικητικού εφετείου, οι οποίες δημιουργήθηκαν από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων, που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών (άρθρο 15 του ν. 3068/2002).

Ειδικότερα, στις παραγράφους 3, 4, 5, 6 και 9 του άρθρου 8 του ν. 4198/2013 προβλέπεται ότι:

3.α. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι 31.8.2013: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. 
Στην περίπτωση των πλημμελημάτων, εάν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, συνεχίζεται η κατ’αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.
β. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του
αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης.
γ. Οι αστικές αξιώσεις που τυχόν απορρέουν από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις
αυτές.
δ. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τις παραβάσεις: α) του άρθρου 358 και του άρθρου 377 του Ποινικού Κώδικα για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του ν. 690/1945, γ) του άρθρου 28 του ν. 3996/2011, δ) του άρθρου 29 του ν. 703/1977 και του άρθρου 44 του ν. 3959/2011, ε) του ν. 2168/1993, στ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 593), ζ) του άρθρου 6 του ν. 456/1976 και η) του άρθρου 41 ΣΤ΄ του ν. 2725/1999.

4. α. Ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.
β. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.
γ. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 167, 189, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 259, 292, 309, 334 παράγραφος 3, 372, 382 και 390 του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως εξαιρούνται αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις: α) του ν. 2168/1993, β) του άρθρου 6 του ν. 456/1976, γ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 593) και δ) του άρθρου 41 ΣΤ΄ του ν. 2725/1999.

5. Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4043/2012 εφαρμόζονται και στους κρατουμένους που εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας και πληρούν τις τασσόμενες με αυτό προϋποθέσεις κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος νόμου. Το ίδιο ισχύει και για τους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις αυτές: α) μέχρι τις 30.6.2014 και β) μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ύστερα από άσκηση ενδίκου μέσου και εφόσον η έκτιση της ποινής τους έχει αρχίσει κατά τη δημοσίευσή του.

6. α. Με πράξη του Προέδρου του αρμοδίου Δικαστηρίου ή του οικείου Τμήματος κηρύσσονται καταργημένες εκκρεμείς δίκες για αιτήσεις ακυρώσεως και απορρίπτονται αιτήσεις αναστολής που ασκήθηκαν μέχρι 31.12.2010 και αφορούν ακυρωτικές διαφορές, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου ή του τριμελούς διοικητικού εφετείου, οι οποίες δημιουργήθηκαν από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων, που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών (άρθρο 15 του ν. 3068/2002), εφόσον έχει παρέλθει άπρακτη η κατωτέρω, υπό στοιχείο β΄, οριζόμενη προθεσμία.

β. Οι πληρεξούσιοι που υπογράφουν τις παραπάνω αιτήσεις ακυρώσεως οφείλουν μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου να καταθέσουν στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου εξουσιοδότηση του αλλοδαπού διαδίκου θεωρημένη ως προς το γνήσιο της υπογραφής του, στην οποία να δηλώνεται ότι επιθυμεί τη συζήτηση της υποθέσεως. Η παραπάνω δήλωση μπορεί να γίνει και με αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου στη γραμματεία του δικαστηρίου.

γ. Τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται σε υποθέσεις των οποίων η αρχική η μετά από αναβολή δικάσιμος έχει ορισθεί εντός της, υπό στοιχείο β΄, τρίμηνης προθεσμίας. (...)

9. Όσοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον ν. 3459/2006 (ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ) απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Την απόλυση διατάσσει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. (...).


Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτόφωρο και διαρκές έγκλημα

1. ΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ που ορίζει την έννοια του αυτοφώρου εγκλήματος

Αυτόφωρο έγκλημα
Άρθρο 242 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

1. Αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα  που  γίνεται  ή  το  έγκλημα  που  έγινε  πρόσφατα. Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα από αυτήν  ο  δράστης  καταδιώκεται από  τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη από τα  οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο.
2.  Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μία από τις παραπάνω  περιπτώσεις, αν πέρασε όλη η επόμενη ημέρα από την τέλεση της πράξης.
3.   Τα  εγκλήματα  που  τελούνται  δια  του  τύπου θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.
4. Τα εγκλήματα που τελούνται από ανηλίκους δεν δικάζονται ως αυτόφωρα.

2. 9/2009 ΓΝΜΔ ΕΙΣΑΠ (ΕΓΚ)
Στα στιγμιαία εγκλήματα, τα οποία είναι εκείνα επί των οποίων η προσβολή του εννόμου αγαθού τελειούται διά της εφάπαξ πραγματώσεως της αντικειμενικής τους υποστάσεως, (Ν. Χωραφάς, Γεν.
Αρχαί, τόμ. πρώτος, σελ. 163) αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα που γίνεται ή το έγκλημα που έγινε πρόσφατα.

Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα από αυτήν ο δράστης καταδιώκεται από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μια από τις παραπάνω περιπτώσεις αν πέρασε όλη η επόμενη μέρα από την τέλεση της πράξης (άρθρο 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).

Επί των διαρκών αδικημάτων, εφόσον διαρκεί η τέλεση τους είναι αυτόφωρα. Για να χαρακτηρισθεί μια αξιόποινη πράξη ως διαρκές έγκλημα, πρέπει όχι μόνο η αρχική τέλεση της να στοιχειοθετεί την κατά νόμο αντικειμενική της υπόσταση, αλλά και η παραπέρα από το δράστη διατήρηση της να μην αποτελεί μόνο συνέπεια, αλλά συνέχεια αυτής, δηλαδή να στοιχειοθετεί και αυτή την αντικειμενική υπόσταση του ιδίου εγκλήματος.

Έτσι λοιπόν, στην κατά νόμο αντικειμενική υπόσταση του διαρκούς εγκλήματος δεν ανήκει μόνο η παραγωγή ή η τέλεση του εγκλήματος, αλλά νόμιμα εντάσσεται σ` αυτή και η παραπέρα διατήρηση του, που στοιχειοθετεί και αυτή την αντικειμενική υπόσταση του αρχικού εγκλήματος. 

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το διαρκές έγκλημα είναι μεν τυπικά τετελεσμένο όταν πραγματοποιηθεί η σύμφωνα με το νόμο αντικειμενική του υπόσταση, όμως τούτο αποπερατώνεται ουσιαστικά μόνον όταν αρθεί η παράνομη κατάσταση που έχει από αυτό δημιουργηθεί και που η διατήρηση της στοιχειοθετεί το αρχικό έγκλημα και έτσι αποΐελεί τη συνέχιση του (ΓνωμΕισΑΠ Κων. Σταμάτη με τις σ` αστή παραπομπές στη νομολογία και τη θεωρία ΠοινΧρΛΔ`,98). (...).

Σύντομος ορισμός: Διαρκή εγκλήματα είναι εκείνα στα οποία η εγκληματική πράξη έχει διάρκεια τέτοια ώστε να μην επιτρέπει στο έννομο αγαθό να ειρηνεύσει. Τέτοια είναι επί παραδείγματι η παράνομη κατακράτηση (325 ΠΚ) και η απαγωγή (327 ΠΚ).

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ

Κατωτέρω παραθέτουμε τις εφαρμοζόμενες κρίσιμες διατάξεις, καθώς και σχετική νομολογία στην υπόθεση που απασχολεί την ελληνκή δικαιοσύνη και κοινωνία, όπως αυτές ισχυουν σήμερα, για τις οποίες πολύς λόγος έγινε τον τελευταίο καιρό, ώστε, να δοθεί η δυνατότητα στον καθένα να τις μελετήσει:

1.  ΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 187 Ποινικού Κώδικα 
Εγκληματική οργάνωση 

1. Με Κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) "που επιδιώκει" τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 207 (Παραχάραξη), 208 (Κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων), 216 (Πλαστογραφία), 218 (Πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων), 242 (ψευδής βεβαίωση, νόθευση), 264 (Εμπρησμός), 265 (Εμπρησμός σε δάση), 268 (πλημμύρα), 270 (έκρηξη), 272 (Παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες), 277 (πρόκληση ναυαγίου), 279 (δηλητηρίαση πηγών και τροφίμων), 291 (διατάραξη της ασφάλειας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών), 299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση), 310 (Βαριά σωματική βλάβη, 322 (Αρπαγή), 323 (εμπόριο δούλων), "323Α (εμπορία ανθρώπων)" 324 (Αρπαγή ανηλίκων), 327 (ακούσια απαγωγή), 336 (Βιασμός), 338 (Κατάχρηση σε ασέλγεια), 339 (αποπλάνηση παιδιών), "348 Α (πορνογραφία ανηλίκων) , 351 (Σωματεμπορία), 351Α (ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής)", 374 (Διακεκριμένες περιπτώσεις Κλοπής), 375 (Υπεξαίρεση), 380 (Ληστεία), 385 (Εκβίαση), 386 (Απάτη), 386Α (Απάτη με υπολογιστή), 404 (Τοκογλυφία),
 «στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 87 και στο άρθρο 88 του ν. 3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α`), όταν οι πράξεις αυτές (διευκόλυνση της παράνομης εισόδου ή εξόδου ή της παράνομης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών) τελούνται από κερδοσκοπία,». 

 όπως επίσης περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών και προστασίας από υλικά που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες. "καθώς και περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τη νομοθεσία για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς." 

 «,καθώς και περισσότερων εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τη διάταξη του άρθρου 41 ΣΤ του ν. 2725/1999, όπως ισχύει».

 ***Η εντος "" φράση προστέθηκε με τη παρ.1 του άρθρου 4 του Ν.4049/2012 (ΦΕΚ Α 35/23.2.2012). Με τη παρ.2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "2. Για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 41 ΣΤ του ν. 2725/1999, καθώς και της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 253 Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περί ειδικών ανακριτικών πράξεων και οι διατάξεις για την προστασία μαρτύρων του άρθρου 9 του ν. 2928/2001." «όπως επίσης και περισσοτέρων εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται στο άρθρο 1280 του ν. 2725/ 1999. Για τα εγκλήματα του άρθρου αυτού η ιδιότητα του ιατρού, προπονητή ή φυσιοθεραπευτή αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση.»

 ***Η εντος "" φράση προστέθηκε με τη παρ.1 του άρθρου 12 του Ν.4049/2012 (ΦΕΚ Α 35/23.2.2012). Με τη παρ.2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: 2. Για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 1280 του ν. 2725/1999, καθώς και της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 253Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περί ειδικών ανακριτικών πράξεων και οι διατάξεις για την προστασία μαρτύρων του άρθρου 9 του ν. 2928/2001. 

«Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος της πράξεως του πρώτου εδαφίου, αν η εγκληματική οργάνωση επιδιώκει την τέλεση περισσότερων αξιόποινων πράξεων σχετικά με την αποφυγή καταβολής νόμιμου φόρου, τέλους, δασμού ή άλλης επιβαρύνσεως κατά την αγορά, πώληση, παραλαβή, παράδοση, μεταφορά, διαμετακόμιση, εμπορία, κατοχή, αποθήκευση, εισαγωγή ή εξαγωγή εμπορεύματος ή και προϊόντος απομίμησης, παραποίησης ή πειρατείας». 

 «2. Όποιος παρέχει ουσιώδεις πληροφορίες ή υλικά μέσα, με σκοπό να διευκολύνει ή να υποβοηθήσει οργάνωση της προηγούμενης παραγράφου για τη διάπραξη των επιδιωκόμενων από αυτή κακουργημάτων, τιμωρείται με Κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.». 

 «3. Όποιος διευθύνει την οργάνωση της πρώτης παραγράφου τιμωρείται με Κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών». «Με την ίδια ποινή τιμωρείται το μέλος της οργάνωσης αν κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος του δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου ήταν δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 263α.» 

  4. "2. Οποιος με Απειλή ή χρήση βίας κατά δικαστικών λειτουργών, ενόρκων, ανακριτικών ή δικαστικών υπαλλήλων, μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διερμηνέων ή με δωροδοκία των ίδιων προσώπων ματαιώνει την αποκάλυψη ή τη δίωξη ή την τιμωρία του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση της παραγράφου 1 τιμωρείται με Κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Οποιος στις παραπάνω περιπτώσεις ματαιώνει την αποκάλυψη ή τη δίωξη ή την τιμωρία όχι μόνο του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση της παραγράφου 1, αλλά και άλλου εγκλήματος, από εκείνα που απαριθμούνται στην ίδια παράγραφο, τιμωρείται με Κάθειρξη και χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ." 

  5.  3. `Οποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με Φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. 6 4. Η κατασκευή, προμήθεια ή κατοχή όπλων, εκρηκτικών υλών και χημικών ή βιολογικών υλικών ή υλικών που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες προς εξυπηρέτηση των σκοπών της οργάνωσης της παραγράφου 1 ή της συμμορίας της παραγράφου 3 ή η επιδίωξη οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους των μελών τους συνιστούν επιβαρυντικές περιστάσεις. Η μη τέλεση οποιουδήποτε από τα επιδιωκόμενα εγκλήματα των παραγράφων 1 και 3 συνιστά ελαφρυντική περίσταση. Η απλή ψυχική συνέργεια στα εγκλήματα της συγκρότησης ή συμμετοχής κατά την παράγραφο 1 ή της συμμορίας κατά την παράγραφο 3 δεν τιμωρείται, εφόσον τα μέλη της οργάνωσης ή συμμορίας δεν επιδιώκουν οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος. «Επιβαρυντική περίσταση συνιστά επίσης η τέλεση της πράξεως του τελευταίου εδαφίου της πρώτης παραγράφου με υλικό αντικείμενο το αργό πετρέλαιο ή άλλο πετρελαιοειδές ή ενεργειακό προϊόν.» 

  7.  5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτό αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή στρέφονταν κατά `Ελληνα πολίτη ή κατά νομικού προσώπου που εδρεύει στην ημεδαπή ή κατά του Ελληνικού κράτους, ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν". 

Άρθρο 62 του Συντάγματος
1. Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής.
Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε, αν η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής.
Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής.
Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα.

Άρθρο 55 του Συντάγματος
1. Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής.
2. Βουλευτής που στερήθηκε κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα.

Το άρθρο 104 του εκλογικού νόμου προβλέπει τη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής σε κάθε περίπτωση στην οποία δεν υπάρχει αναπληρωματικός από τον ίδιο συνδυασμό, για να καταλάβει βουλευτική έδρα η οποία εκκενώθηκε. Συνεπώς, εάν παραιτηθεί εν ενεργεία βουλευτής και μετά από αυτόν όλοι οι επιλαχόντες του ίδιου συνδυασμού, είναι υποχρεωτική η διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής.


Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής δεν χάνουν τη βουλευτική τους ιδιότητα, αλλά δεν θα μπορούν στην πράξη να ασκήσουν τα βουλευτικά τους καθήκοντα και να συμμετάσχουν σε ψηφοφορίες στη Βουλή. 
Τη βουλευτική τους ιδιότητα τη χάνουν μόνο αν και εφόσον οι κατηγορούμενοι καταδικαστούν από το ποινικό δικαστήριο σε στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων παράλληλα με την κύρια ποινή που είναι ποινή καθείρξεως. Σε περίπτωση δε που συμβεί κάτι τέτοιο, υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια: είτε να δεχτούν την έδρα οι αναπληρωματικοί, είτε - αν αρνηθούν όλοι οι αναπληρωματικοί βουλευτές - να υπάρξουν αναπληρωματικές εκλογές στις αντίστοιχες εκλογικές περιφέρειες των παραιτηθέντων βουλευτών.

2.  ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ για το άρθρο 187 ΠΚ

Κατά την διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ΠΚ η οποία έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 1 του Νόμου 2928/2001 και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του νόμου 3064/2002  ορίζεται ότι: «Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή και περισσότερα πρόσωπα για την διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων…. 336 του ΠΚ  (βιασμός,) 338 του ΠΚ (κατάχρηση σε ασέλγεια) 339 του ΠΚ (αποπλάνηση ανηλίκων), 348 Α του ΠΚ (πορνογραφία ανηλίκων) 351 (σωματεμπορία) 351 Α (ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής) … .. ».  Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει δύο εγκλήματα την συγκρότηση εγκληματικής ομάδας (στιγμιαίο έγκλημα) και την ένταξη σε ήδη δομημένη εγκληματική ομάδα νέων μελών. (διαρκές έγκλημα).

 Το έγκλημα που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη είναι πραγματοπαγές, για τον λόγο αυτό τα μέλη μπορούν να αντικατασταθούν ή να εναλλαγούν μεταξύ τους. Για την στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος  της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική ομάδα απαιτείται να υφίσταται μεταξύ των μελών πειθαρχία  και ενεργός δράσης, χωρίς να είναι αναγκαία και η επικοινωνία των μελών μεταξύ τους αρκεί τα μέλη να εκτελούν τα ανατιθέμενα σ΄ αυτά καθήκοντα χωρίς να απαιτείται το κάθε μέλος να συμμετέχει και στον σχηματισμό  της εγκληματικής δράσης. Η απλή συμφωνία των μελών δηλ. η σύμπτωση των βουλήσεων των μελών για την τέλεση ορισμένων κακουργημάτων δεν αρκεί, γιατί τότε κάθε μορφή συναυτουργίας θα μπορούσε να αναχθεί και στο ιδιώνυμο έγκλημα της συγκρότησης ή ένταξης σε δομημένη εγκληματική ομάδα. 

Σκοπός των δραστών  των ανωτέρω εγκλημάτων είναι η συστηματική τέλεση επιλεγμένων αξιοποίνων πράξεων, που διακρίνονται για την αυξημένη απαξία τους και αντικοινωνικότητα τους. Οι δράστες των ανωτέρω εγκλημάτων πρέπει να έχουν σκοπό να τελέσουν απεριόριστο αριθμό κακουργημάτων που προβλέπονται από την παραπάνω διάταξη (...). 

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ΠΚ είχε θεσπιστεί αρχικά για την προστασία της κοινωνίας από τις τρομοκρατικές οργανώσεις αλλά ισχύει  και για κάθε μορφή ομαδικής εγκληματικής δράσης, που βάλλει κατά της οργανωμένης κοινωνίας και της έννομης τάξης. 

Η χρονική διάρκεια της εγκληματικής ομάδας δεν μπορεί να είναι εκ των προτέρων καθορισμένη, μπορεί να είναι αόριστης διάρκειας ή η διάρκεια αυτής να μην έχει επακριβώς υπολογιστεί, αρκεί  να εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Για την συγκρότηση της εγκληματικής ομάδας και την ένταξη σ΄ αυτήν  απαιτούνται τρία τουλάχιστον πρόσωπα με δυνατότητα επαύξησης του αριθμού των μελών αυτής και εναλλαγής των προσώπων αυτής. Σκοπός της εγκληματικής ομάδας πρέπει να είναι η διάπραξη διαφόρων εγκλημάτων (ομοειδών ή ετεροειδών) με αυξημένη κοινωνική απαξία, που βάλλουν κατά της οργανωμένης κοινωνίας. 

Η δραστηριότητα των μελών της εγκληματικής ομάδας δεν είναι αναγκαίο να περιορίζεται εντός εθνικών ορίων αλλά μπορεί να εκτείνεται και πέραν αυτών  προσβάλλοντας την κοινωνία, και τα θεμέλια της  οργανωμένης πολιτείας και οικονομικής ζωής των μελών αυτής (πολιτείας).

Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική ομάδα με διαρκή δράση δεν είναι αναγκαία και η πραγμάτωση των επιδιωκομένων να τελεστούν εγκλημάτων, αρκεί να  αποδεικνύεται η βεβαιότητα του σκοπού  της τελέσεως αυτών. Στην περίπτωση αυτή τιμωρείται η βούληση των μελών της εγκληματικής ομάδας, η οποία  προέβη στον σχηματισμό της διάπραξης ενός εγκλήματος ή εγκλημάτων που αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη χρησιμοποιώντας τα υπάρχοντα σ΄ αυτήν (ομάδα)οικονομοϋλικοτεχνικά μέσα (βλ. σχετ. ΑΠ   87/2000 Ποιν/νη 3 σελ 468, ΔιατΕισΕφΘεσ. 265/98 Υπερ. 1999 σελ 435, ΑΠ 265/2002 Πράξη και Λόγος Ποινικού Δικαίου 2003 σελ. 223, ΑΠ 615/2003 Πράξη και Λόγος Ποινικού Δικαίου 2003 σελ. 223,ΑΠ 402/2004 Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου 2004 σελ 261, ΣυμβΕΦΑθ. 3028/2003 Ποιν. Χρον ΝΕ 164, ΒουλΣυμβΕΦΑθ 1270/2003 Πράξη και Λόγος Ποινικού Δικαίου 2003 σελ 221, ΑΠ 33/2006, ΑΠ 48/2006 Τράπεζα νομικών Πληροφοριών Νομος,ΒουλΣυμβΕφΑιγ.35/2005 Ποιν/δνη 2005 σελ 672,ΣυμβΕΦΘεσ 491/2007 Αρμ. 2007 σελ 1760, Αθανασίου Κονταξή ερμ Ποινικού Δικαίου σελ 1629, Μιχ. Μαργαρίτη,  Ι Μανωλεδάκη ερμ. Ποινικού Κώδικα σελ 105. Ασφάλεια και Ελευθερία Ι Μανωλεδάκη σελ 103 επ.).

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Τα δικαιώματα των κατηγορουμένων στα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε κείμενα με τα δικαιώματα των κατηγορουμένων στην ποινική δίκη στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα κείμενα αυτά θα ανανεώνονται σε ετήσια βάση. Το έργο αυτό είχε ανατεθεί στο Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης (CCBE) το Νοέμβριο 2009 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία και το χρηματοδοτεί.

Τα κείμενα αυτά είναι προσβάσιμα στην ηλεκτρονική πύλη e-justice: