Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Σε κατάσταση «εμφράγματος» τα δικαστήρια

Βαλτωμένη» στις εκατοντάδες χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις είναι η Δικαιοσύνη, με τον υπουργό κ. Μιλτ. Παπαϊωάννου να αναζητεί λύσεις, ενεργοποιώντας τους δικαστές των ανωτάτων δικαστηρίων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το σοβαρό πρόβλημα των μεγάλων καθυστερήσεων στην απονομή δικαίου. Για να βγει η Δικαιοσύνη από το αδιέξοδο, στο οποίο έχει περιέλθει, παρά τις κατά καιρούς νομοθετικές παρεμβάσεις των προκατόχων του, ο κ. Παπαϊωάννου εξετάζει τη διεύρυνση του ωραρίου λειτουργίας των δικαστηρίων από τις τρεις που ισχύει σήμερα στις πέντε το απόγευμα, τη μείωση του χρόνου διακοπών των δικαστών κατά 15 ημέρες (το δικαστικό έτος να αρχίζει την 1η και όχι στις 16 Σεπτεμβρίου), ακόμη και την ίδρυση της δικαστικής αστυνομίας, παρά το οικονομικό κόστος του εγχειρήματος.

Εως τις 10 Οκτωβρίου, η πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ρένα Ασημακοπούλου, ο εισαγγελέας του ανωτάτου δικαστηρίου κ. Ιω. Τέντες, αλλά και η ηγεσία του Συμβουλίου της Επικρατείας αναμένεται να καταθέσουν τις προτάσεις τους. Εμφαση δίνουν, πρώτον, στην αποποινικοποίηση ήσσονος σημασίας παραβάσεων και τη μετατροπή τους σε διοικητικές κυρώσεις (πρόστιμα κ.λπ.), δεύτερον, στην άμεση λειτουργία Ποινικών Τμημάτων στα μεγάλα δικαστήρια της χώρας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιά), τα οποία θα απαρτίζονται από δικαστές που θα απασχολούνται αποκλειστικά με την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων και δεν θα μετατίθενται σε άλλα Τμήματα (εργατικά, αστικά κ.λπ.) ώστε να εκδικάζονται τάχιστα όλες οι υποθέσεις. Τρίτον, εισηγούνται τη δημιουργία οργανωμένων προανακριτικών τμημάτων στις μεγάλες Εισαγγελίες Πρωτοδικών, την αναμόρφωση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «ο οποίος θεσπίσθηκε το 1950 και απηχεί τις κοινωνικές ανάγκες εκείνης της περιόδου». Η ηγεσία του Αρείου Πάγου, τόσο η πρόεδρος κ. Ασημακοπούλου, όσο και ο εισαγγελέας κ. Τέντες, έχουν ταχθεί ανοιχτά υπέρ της παράτασης του ωραρίου των δικαστηρίων, ως ένα από τα μέτρα για την επιτάχυνση της απονομής Δικαιοσύνης.

Πράγματι, τα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης εμφανίζουν τα ποινικά δικαστήρια σε κατάσταση «εμφράγματος» από την πληθώρα των υποθέσεων που εισάγονται προς συζήτηση, καθώς έχει δραματικά αυξηθεί η δικαστηριακή ύλη. Σύμφωνα με τους αριθμούς από τις αρχές του 2011 εκκρεμούν στις Εισαγγελίες Εφετών, Πρωτοδικών και τα Πρωτοδικεία, πάνω 445.000 υποθέσεις. Οι υποθέσεις, κυρίως τα πλημμελήματα, δικάζονται ύστερα από επτά ή οκτώ χρόνια, ενώ για να συζητηθούν στα ανώτατα δικαστήρια περνά και μια δεκαετία. Από την άλλη, οι αγωγές και οι αιτήσεις για διαταγές πληρωμής και προσημειώσεων που εκκρεμούν ανέρχονται σε περίπου 420.000, εκ των οποίων οι μισές είναι αγωγές. Μόνο οι μηνύσεις ξεπέρασαν τις 750.000! Η κατάσταση είναι απελπιστική και εντείνεται καθώς πληθαίνουν οι προσφυγές στα διοικητικά δικαστήρια για φορολογικά ζητήματα. Ως τον Ιούλιο του 2011 εκκρεμούσαν σε όλα τα διοικητικά δικαστήρια των Αθηνών 165.452 φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις. Από αυτές οι 138.720 δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί για δίκη. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας η κατάσταση είναι επίσης δύσκολη. Για την έκδοση μιας απόφασης απαιτoύνται συνήθως περισσότερα από τέσσερα χρόνια, αφού εισάγονται κατ' έτος περί τις 8.000 υποθέσεις και περαιώνονται λιγότερες από 6.000. Το 2010 εκκρεμούσαν στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο περί τις 20.000 δικογραφίες, με το ελληνικό Δημόσιο να πρωτοστατεί στις αιτήσεις αναιρέσεων.

Την ίδια αρνητική εικόνα εμφανίζουν τα περισσότερα Ειρηνοδικεία Αττικής. Ενδεικτικά, το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, προσδιορίζει δικασίμους μετά τρία και πλέον χρόνια, ενώ των Αθηνών, του Χαλανδρίου, της Ν. Ιωνίας και της Κρωπίας, ύστερα από δύο χρόνια.

Σύντομες δικάσιμους

Το υπουργείο Δικαιοσύνης προχωρά σε ρύθμιση για τον προσδιορισμό δικών σε σύντομες δικάσιμους και περαιτέρω σύντμηση των προθεσμιών έκδοσης των αποφάσεων. Επίσης, μείωση του αριθμού ανακοπών κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και ενίσχυση των θεσμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών (σε αστικές κυρίως υποθέσεις), επέκταση του θεσμού της «πρότυπης δίκης» σε διοικητικές διαφορές ενώπιον του ΣτΕ και ψηφιακή καταγραφή και απομαγνητοφώνηση των πρακτικών συνεδρίασης των δικαστηρίων (και των ποινικών).

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Πλήρη διαγραφή του χρέους άνεργης προς τράπεζα αποφάσισε το Ειρηνοδικείο Λάρισας

Το 100% των χρεών άνεργης δανειολήπτριας προς τράπεζα (26.179,65 ευρώ) διέγραψε το Ειρηνοδικείο Λάρισας, με μια ιστορική απόφασή του, η οποία δημιουργεί νέα δεδομένα.

Είναι η πρώτη φορά που λαμβάνεται τέτοια απόφαση από ελληνικό δικαστήριο, ανοίγοντας το δρόμο για ανάλογες περιπτώσεις.

Κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς απέρριψε τους ισχυρισμούς των τραπεζών ότι η δανειολήπτρια δεν προσδιορίζει από «πού» βρίσκει το ποσό για το κόστος διαβίωσης αυτής και της οικογένειάς της, αν και εμπεριέχονται στο δικόγραφο της αίτησης τα στοιχεία της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και τα απαραίτητα έγγραφα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι όλο και πληθαίνουν οι αποφάσεις που εκδίδονται από Ειρηνοδικεία για πολίτες που ζητούν την δικαστική συνδρομή μετά την αποτυχία εξωδικαστικού συμβιβασμού. Είναι, δε, στην συντριπτική τους πλειονότητα θετικές και πετυχαίνουν την διαγραφή του χρέους από 50-60%.

Για πρώτη φορά όμως δικαστική απόφαση προβλέπει την συνολική διαγραφή του χρέους.

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Σχέδιο για fast track δικαιοσύνη

Οι χιλιάδες πολίτες που κατακλύζουν καθημερινά τα δικαστήρια της Ευελπίδων, διάδικοι, κατηγορούμενοι, δικηγόροι, υπάλληλοι, δικαστές, βιώνουν στο πετσί τους τα χάλια της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

Και μάλιστα στον πιο ευαίσθητο τομέα της. Η εικόνα ξεχαρβαλώματος, απίστευτων καθυστερήσεων, ηλεκτρονικού αναλφαβητισμού και αδικαιολόγητης ταλαιπωρίας κυριαρχεί σε όλα σχεδόν τα δικαστήρια της χώρας. Το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, ένας από τους πυλώνες ομαλής λειτουργίας του κράτους δικαίου, έχει κυριολεκτικά φρακάρει, βρίσκεται ήδη πολύ κάτω από το σημείο μηδέν.

Δίκες που τελεσιδικούν μετά από δέκα χρόνια (αλλεπάληλες είναι οι καταδίκες της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), παντελής έλλειψη ολοκληρωμένων συστημάτων μηχανοργάνωσης, χιλιάδες εκκρεμότητες που οδηγούν σε παραγραφή τις απαιτήσεις του Δημοσίου, δικογραφίες και χαρτομάνι που «πνιγούν» γραφεία και δικαστικές αίθουσες, συνθέτουν τη σημερινή απαράδεκτη κατάσταση της ελληνικής Δικαιοσύνης. Σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, το ελληνικό δικαστικό σύστημα κινείται ακόμη στην εποχή του «χαρτιού».

Τα πρόσφατα στοιχεία τα οποία συνέλεξε η ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου, κατά τις αλλεπάλληλες συσκέψεις που πραγματοποιεί τον τελευταίο καιρό με τους επικεφαλής των ανώτατων δικαστηρίων και τις δικαστικές ενώσεις, το μαρτυρούν:

* Το σύνολο των εκκρεμών υποθέσεων σε όλα τα διοικητικά δικαστήρια της χώρας, ανέρχονταν τον Ιούλιο του 2011, σε 466.219!

* Εως τις 20/07/2011, εκκρεμούσαν σε όλα τα διοικητικά δικαστήρια 165.452 φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις. Από αυτές οι 138.720 δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί για δίκη.

* Αυξητική τάση παρατηρείται στις εισαγόμενες και εκκρεμείς υποθέσεις και στα πολιτικά δικαστήρια. Μόνο στο πρωτοδικείο της Αθήνας, οι εκκρεμείς υποθέσεις, στις 31/12/2009 ανέρχονταν σε 117.997. Το 2010 εισήχθησαν 205.734 υποθέσεις και εκδικάστηκαν μόλις οι 183.230, με αποτέλεσμα στα τέλη του 2010 ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων να εκτιναχθεί στις 140.501 υποθέσεις (προστέθηκαν 22.000 νέες δικογραφίες σ' έναν χρόνο, αύξηση 18,5%).

* Ιδια και μεγαλύτερη καθυστέρηση υπάρχει και στην εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων, με υποθέσεις, κυρίως πλημμελήματα, να δικάζονται μετά από 7-8 χρόνια, εξαιτίας και των συχνών αναβολών.

Ενδεικτικό της αδιέξοδης κατάστασης είναι ότι όλες οι κυβερνήσεις τα τελευταία 20 χρόνια εξαγγέλλουν συνεχώς μέτρα επιτάχυνσης των δικών, χωρίς κανένα χειροπιαστό αποτέλεσμα. Ομως τώρα, ο νέος καταλυτικός παράγοντας λέγεται «τρόικα».

Οι αριθμοί της «αρνησιδικίας» σόκαραν ακόμη και τους φαινομενικά ατάραχους τεχνοκράτες-εκπροσώπους των δανειστών μας. Αυτό που κυρίως τους ενόχλησε ήταν οι χιλιάδες εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις και η καθυστερημένη εκδίκαση των διαφορών που σχετίζονται με προμήθειες και μεγάλα έργα του Δημοσίου. Και τα δύο συνδέονται, βλέπετε, με τα βασικά κεφάλαια της μνημονιακής πολιτικής: τα έσοδα του κράτους και τις ιδιωτικοποιήσεις.

Ελέω μνημονίου, λοιπόν, οι επιτελείς του υπουργείου Δικαιοσύνης, υπό την εποπτεία του υπουργού Μιλτ. Παπαϊωάννου, δίνουν κατεπείγουσα προτεραιότητα στην υλοποίηση ρηξικέλευθων δικονομικών μεταρρυθμίσεων με στόχο την επιτάχυνση των δικών. Στο τραπέζι έχουν πέσει πολλές προτάσεις, όπως συντομότερες δικάσιμοι, γρηγορότερες αποφάσεις, μεγαλύτερο ωράριο λειτουργίας των δικαστηρίων, επέκταση της ψηφιακής δικαιοσύνης (e-justice) και των θεσμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών.

«Με πρωτοβουλία του υπουργείου και προς το σκοπό της αποσυμφόρησης και αύξησης της αποτελεσματικότητας των δικαστηρίων, έχει ξεκινήσει ένας γενικός συντονισμένος διάλογος, με στόχο ένα ενιαίο πολυνομοσχέδιο για τον εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης, το οποίο θα επιφέρει σημαντικές τομές στην πολιτική, την ποινική και τη διοικητική δίκη» δηλώνει στην «Κ.Ε.» ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης, Νικόλας Κανελλόπουλος. «Πρόκειται για μια εκτεταμένη δέσμη τροποποιήσεων που αναμένεται να φέρει "επανάσταση" σε ολόκληρο το φάσμα της καθημερινής δικαστηριακής πραγματικότητας» συμπληρώνει.

Το νέο «δικονομικό πολυνομοσχέδιο» για fast track δικαιοσύνη περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:

1. Προσδιορισμό δικών σε σύντομες δικασίμους και σύντμηση των προθεσμιών έκδοσης των αποφάσεων.

2. Δραστική μείωση του προβλεπόμενου αριθμού ανακοπών κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.

3. Ενίσχυση των θεσμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών (σε αστικές κυρίως υποθέσεις). Εχει ήδη εκπονηθεί, σε εφαρμογή του ν. 3.898/2011 προεδρικό διάταγμα για τους όρους και τις προϋποθέσεις αδειοδότησης και λειτουργίας των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών και προωθούνται ρυθμίσεις για τη δικαστική διαμεσολάβηση (conciliation). Αυτά γίνονται σε συνδυασμό με το ήδη υπάρχον σύστημα διαιτησίας.

4. Επέκταση του θεσμού της «πρότυπης δίκης» σε διοικητικές διαφορές ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτό θα γίνει με ομαδοποίηση ομοειδών υποθέσεων και εκδίκαση σε σύντομες δικασίμους.

5. Καθιέρωση μονομελών εφετείων κακουργημάτων.

6. Διεύρυνση του ωραρίου των δικαστηρίων.

7. e-justice. Η ψηφιακή δικαιοσύνη θα περιλαμβάνει ηλεκτρονικές υπηρεσίες και on line εξυπηρέτηση δικηγόρων, δικαστών και πολιτών. Ξεκινά πιλοτικό πρόγραμμα στο Πρωτοδικείο της Αθήνας με βάση την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, ενώ προωθείται η πλήρης μηχανοργάνωση με χρήση Διαδικτύου. Στις άμεσες προτεραιότητες είναι η δημιουργία ηλεκτρονικού πινακίου, συστήματος fast lane για κατάθεση αγωγών και παρακολούθηση υποθέσεων στην εισαγγελία πρωτοδικών της Αθήνας, ηλεκτρονική κατάθεση αιτήσεων για έκδοση πιστοποιητικών.

8. Ψηφιακή καταγραφή και απομαγνητοφώνηση των πρακτικών συνεδρίασης των δικαστηρίων (και των ποινικών). Μελετάται και η εφαρμογή συστήματος voice-to-text για την επιτάχυνση στην έκδοση των αποφάσεων, οι οποίες θα είναι εξ αρχής ψηφιοποιημένες και δεν θα χρειάζονται καθαρογραφή.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Αίτηση ακύρωσης κατά της επιβολής του «τέλους επιτηδεύματος» από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών

Αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατέθεσε σήμερα ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, ζητώντας την ακύρωση του «τέλους επιτηδεύματος», το οποίο θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (Φ.Ε.Κ. Α’ 152/01-07-2011).

Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση του Συλλόγου, η σχετική «φορολογική επιβάρυνση ναι μεν καθορίζεται νομοθετικά ως «τέλος», όμως στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ανταποδοτικό τέλος αλλά για φόρο, καθώς η καταβολή του ούτε τελεί σε σχέση αντιστοιχίας έναντι ειδικώς παρεχόμενης δημόσιας υπηρεσίας ούτε συνδέεται με την παροχή ειδικών ωφελειών στους υπόχρεους. Η αδειοδότηση και η πιστοποίηση του επιτηδευματία ή του ελεύθερου επαγγελματία πραγματοποιείται σε πρώιμο στάδιο, ήτοι αυτό της έναρξης της δραστηριότητάς του, από εξουσιοδοτημένους προς τούτο φορείς, καταβάλλοντας, αντιστοίχως, τέλη, δικαιώματα, εισφορές ή παράβολα. Ως εκ τούτου, ουδόλως δικαιολογείται η ετήσια καταβολή «τέλους επιτηδεύματος» ως όρος της άσκησης του επιτηδεύματος ή του επαγγέλματος, ενώ συνάγεται πέρα από κάθε αμφιβολία ότι το «τέλος επιτηδεύματος», παρά την καταχρηστική του ονομασία, αποτελεί γνήσια φορολογική επιβάρυνση, η οποία πρέπει να κριθεί υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 78 παρ. 1 και 4, 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος.

Επιπροσθέτως αναφέρεται αναλυτικά μια σειρά συνταγματικών διατάξεων και αρχών με τις οποίες έρχεται σε πλήρη αντίθεση η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος. Αναλυτικότερα: 

«Στη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Εν προκειμένω, ωστόσο, το «τέλος επιτηδεύματος» δεν αφορά σε αντικείμενο, το οποίο περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος στοιχεία. Αντιθέτως, μοναδικό κριτήριο της επιβολής του αποτελεί μια ιδιότητα, αυτή του επιτηδευματία ή του ελευθέρου επαγγελματία, χωρίς να συνδέεται με το εισόδημα, την περιουσία, τις δαπάνες ή τις συναλλαγές των προσώπων τα οποία φέρουν την ανωτέρω ιδιότητα. Όμως, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επέρχεται ανεπίτρεπτη συνταγματικώς ταύτιση υποκειμένου και αντικειμένου του φόρου, καθώς μόνη η διαπίστωση της ιδιότητας αυτής αρκεί, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο φορολογητέο αντικείμενο, για τον καταλογισμό του φορολογικού βάρους με πάγιο ύψος.

Επιπλέον, στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικώς η αρχή της φορολογικής ισότητας, με την έννοια της καθολικότητας της φορολογικής υποχρέωσης και της φορολογίας με βάση τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών. Εν προκειμένω, ωστόσο, επιβάλλεται μια φορολογική επιβάρυνση στο σύνολο των επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών, χωρίς περαιτέρω διακρίσεις, υπαγορευόμενες από τη διαφορετική φοροδοτική τους ικανότητα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ουσιώδεις παράγοντες προσδιορισμού της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας των επιτηδευματιών, όπως είναι το ετήσιο εισόδημά τους, υπολογιζόμενο κατά τρόπο πραγματικό ή αντικειμενικό, και, εν γένει, οι ιδιαίτερες συνθήκες ή περιστάσεις, υπό τις οποίες ασκεί τη δραστηριότητά του έκαστος εξ αυτών.

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «[κ]αθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Με την ως άνω διάταξη κατοχυρώνεται, ως ατομικό δικαίωμα, η προσωπική και οικονομική ελευθερία, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η ελευθερία άσκησης επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, με δυνατότητα επιβολής περιορισμών οι οποίοι πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τον εν λόγω σκοπό. Όμως, εν προκειμένω, η επιβολή «τέλους επιτηδεύματος» συνιστά αυθαίρετη οικονομική επιβάρυνση, η οποία αφενός στερείται νόμιμου ερείσματος και αφετέρου δύναται να επηρεάσει αρνητικά τους οικονομικά ασθενέστερους ως προς την επιλογή της συνέχισης ή μη της άσκησης της δραστηριότητάς τους, αντιβαίνοντας και στην κοινοτικής προέλευσης επιταγή για απλούστευση της πρόσβασης στην παροχή των υπηρεσιών (βλ. σχετ. Οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου).»