Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Αναιτιολόγητη επιλογή μέλους ΔΕΠ ή παραμερισμός του κατά τη συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος ή της εισηγητικής επιτροπής

Κατά την ενασχόλησή μας με ζητήματα εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με τη διαδικασία εκλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησης καθηγητών και υπηρετούντων λεκτόρων αντιμετωπίσαμε και το ζήτημα της αναιτιολόγητης επιλογής μέλους ΔΕΠ ή παραμερισμού του κατά τη συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος ή της εισηγητικής επιτροπής.

Σύμφωνα με τη διάταξη του το άρθρου 2 παρ. 1 περ. γ’ και δ’ της ΥΑ Φ.122.1/6/14241/Ζ2 ΦΕΚ Β 225 / 2017 για τη Συγκρότηση εκλεκτορικών σωμάτων των Α.Ε.Ι. και τη λειτουργία ηλεκτρονικού συστήματος διαχείρισης διαδικασίας εκλογής καθηγητών  :


"γ) Ως μέλη του εκλεκτορικού σώματος και της εισηγητικής επιτροπής επιλέγονται καθηγητές ή ερευνητές κ.λπ. του ίδιου γνωστικού αντικειμένου με την υπό πλήρωση θέση και, μόνο αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν τέτοια μέλη, επιλέγονται μέλη συναφούς γνωστικού αντικειμένου
. Η κρίση της Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης του Τμήματος για τη συνάφεια του γνωστικού αντικειμένου φέρει πλήρη αιτιολογία, ιδίως όταν οι εκλέκτορες που επιλέγονται θεραπεύουν ποικίλα γνωστικά αντικείμενα τα οποία κρίνονται συναφή προς το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης. Οι αποφάσεις για την συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος και της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής ελέγχονται μόνο ως προς την αιτιολογία της επιλογής του μέλους του εκλεκτορικού σώματος ή της εισηγητικής επιτροπής.

δ) Η αιτιολογία της επιλογής όλων των μελών του εκλεκτορικού σώματος και της εισηγητικής επιτροπής περιλαμβάνει οπωσδήποτε το γνωστικό αντικείμενο της πράξης του διορισμού και το συνολικό επιστημονικό έργο του μέλους που προτείνεται.".

Συνάγεται επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις ότι θεσπίζεται ρητώς η υποχρέωση πλήρους αιτιολόγησης της ύπαρξης ή μη συνάφειας ανάμεσα στο επιστημονικό έργο των μελών της Εισηγητικής Επιτροπής προς το προκηρυχθέν γνωστικό αντικείμενο.

Περαιτέρω, όπως γίνεται νομολογιακά δεκτό κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, για τη συγκρότηση της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής προτιμώνται, καταρχήν, τα μέλη Δ.Ε.Π. του ίδιου γνωστικού αντικειμένου του τμήματος στο οποίο ανήκει η υπό πλήρωση θέση και μόνο αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν τέτοια μέλη η επιτροπή συγκροτείται από μέλη Δ.Ε.Π. του ίδιου γνωστικού αντικειμένου άλλου τμήματος ή σχολής του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι.

Στην περίπτωση δε που δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν μέλη Δ.Ε.Π. του αυτού γνωστικού αντικειμένου με την υπό πλήρωση θέση, η τριμελής εισηγητική επιτροπή συγκροτείται από μέλη Δ.Ε.Π. του συγγενέστερου γνωστικού αντικειμένου του τμήματος και στη συνέχεια άλλου τμήματος ή σχολής του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι. 
Εξάλλου, η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί συγκρότησης της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής από μέλη Δ.Ε.Π. του ίδιου γνωστικού αντικειμένου με εκείνο της προκηρυχθείσας θέσης δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο, γιατί περιέχει κρίση τεχνικού χαρακτήρα, ελέγχεται όμως, είτε η όλως αναιτιολόγητη επιλογή μέλους της επιτροπής είτε ο παραμερισμός μέλους Δ.Ε.Π. που φέρεται ότι κατέχει θέση του ίδιου ή συγγενέστερου γνωστικού αντικειμένου και η αντικατάστασή του με άλλο, το οποίο δεν κατέχει θέση με το αυτό γνωστικό αντικείμενο ή κατέχει θέση λιγότερο συγγενούς γνωστικού αντικειμένου (βλ. Σ.τ.Ε. 1962, 895/2007, 2623, 1571/2006, 3507, 1259, 15/2004, 2905/2002, 1178/2001 κ.α.). 
Ίδια είναι και η έκταση του ελέγχου που ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επί της πράξης συγκρότησης της εισηγητικής επιτροπής, κατά την άσκηση του κατά νόμον ελέγχου νομιμότητας της οικείας διαδικασίας που απολήγει στην πρυτανική πράξη διορισμού του επιλεγέντος (ΣτΕ 11/2008, Βάση Νομικών Δεδομένων NOMOS). 

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021

Νέα παράταση ισχύος των οριστικών τίτλων διαμονής και των βεβαιώσεων κατάθεσης αίτησης αλλοδαπών έως 31/03/2021

Στο ΦΕΚ Β' 6248/27.12.2021 δημοσιεύτηκε η απόφαση με τίτλο: 

"Παράταση ισχύος των οριστικών τίτλων διαμονής και των βεβαιώσεων κατάθεσης αίτησης που έχουν εκδοθεί δυνάμει του ν. 4251/2014 (Α’ 80) και του π.δ. 106/2007 (Α’ 135)."

Στην απόφαση αναφέρονται ειδικότερα τα εξής:

1. Η ισχύς των οριστικών τίτλων διαμονής και των βεβαιώσεων κατάθεσης αίτησης πολιτών τρίτων χωρών, που έχουν εκδοθεί δυνάμει του ν. 4251/2014 και του π.δ. 106/2007 (Α’ 135), η οποία έχει παραταθεί έως την 31η Δεκεμβρίου 2021, δυνάμει της υπ’ αρ. 7396/24.3.2021 (Β’ 1223) υπουργικής απόφασης, παρατείνεται έως την 31η Μαρτίου 2022.

2. Η έναρξη ισχύος των οριστικών τίτλων διαμονής που θα εκδοθούν, σε ανανέωση των ανωτέρω τίτλων, ανατρέχει στην επόμενη ημέρα από την αρχική ημερομηνία λήξης του τίτλου διαμονής, του οποίου η ισχύς παρατείνεται.




Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Εξώδικη αποζημίωση από Δήμο για ζημιά από πτώση δέντρου


Πολίτης διαμαρτυρήθηκε στο Συνήγορο του Πολίτη για την άρνηση του Δήμου Αμαρουσίου να του καταβάλει αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε στο αυτοκίνητό του από πτώση δέντρου. Ειδικότερα, η νομική υπηρεσία του δήμου παρέπεμψε τον πολίτη στα δικαστήρια υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προϋπόθεση για την καταβολή αποζημίωσης είναι η ύπαρξη τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Ο Συνήγορος επισήμανε ότι ο νόμος προβλέπει ρητά τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις επίτευξης εξώδικου συμβιβασμού με απόφαση της οικονομικής επιτροπής ή με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, αναλόγως του ποσού. Τόνισε επίσης ότι, όπως έχει πλέον αναγνωρίσει με πράξεις του το Ελεγκτικό Συνέδριο, η πράξη του συμβιβασμού παρέχει νόμιμο έρεισμα για την αξίωση αποζημίωσης.

Μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου, ο Δήμος Αμαρουσίου εφάρμοσε τη διαδικασία του εξώδικου συμβιβασμού και μετά από απόφαση της οικονομικής επιτροπής προχώρησε στην καταβολή της αποζημίωσης στον πολίτη.


Πηγή:  www.synigoros.gr

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Η απολογία στην πειθαρχική διαδικασία και η απαρίθμηση των πειθαρχικών παραπτωμάτων

Σύμφωνα με τα άρθρα 134 και 135 του ν. 3528/2007 Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων σε ΝΠΔΔ (στο εξής ΥΚ), όπως ισχύει σήμερα, για το ζήτημα της απολογίας δημοσίου υπαλλήλου θεσπίζονται τα εξής: 

Άρθρο 134

Κλήση σε Απολογία

«1.    Πειθαρχική ποινή δεν  επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.

 2. Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο (2) ημέρες, όταν ο υπάλληλος καλείται σε απολογία από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο και από τρεις (3) ημέρες όταν αυτός καλείται από συμβούλιο. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά και έως το τριπλάσιο της αρχικής προθεσμίας μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, εφόσον υποβάλλεται πριν από την έκδοση της απόφασης. Η παράλειψη της κλήσης σε απολογία καλύπτεται από την υποβολή έγγραφης απολογίας.

 3. Όταν μετά την κλήση του διωκομένου σε απολογία ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 118 του παρόντος σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο ή στο πειθαρχικό συμβούλιο ή στα όργανα του άρθρου 119 του παρόντος, δεν απαιτείται νέα κλήση σε απολογία.

 4. Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση περατούται με την έκδοση απόφασης.»

 Άρθρο 135

 Απολογία

 «1.  Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου επιτρέπεται στον διωκόμενο και η προφορική συμπληρωματική απολογία.

 2.    Η απολογία παραδίδεται με απόδειξη στο όργανο, το οποίο καλεί σε απολογία. Μπορεί όμως και να αποσταλεί ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου το εμπρόθεσμο της υποβολής της κρίνεται από το χρόνο της ταχυδρόμησης.

 3.    Πριν από την απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφα, με δαπάνες του, του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης. Το γεγονός ότι έλαβε γνώση αποδεικνύεται με πράξη η οποία υπογράφεται από τον υπάλληλο, ο οποίος τηρεί το φάκελο και τον διωκόμενο ή μόνο από τον πρώτο, αν ο δεύτερος αρνηθεί να υπογράψει. Αν ο διωκόμενος υπάλληλος δεν υπηρετεί στην έδρα του οργάνου που τον καλεί σε απολογία, του χορηγείται σχετική άδεια.

 4.      Με την απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκεια της εναπόκειται στην κρίση του οργάνου το οποίο τον καλεί σε απολογία."


Ενόψει των ανωτέρω, είναι εμφανές ότι απαγορεύεται η έκδοση πειθαρχικής καταδικαστικής απόφασης, χωρίς να κληθεί προηγουμένως ο υπάλληλος σε απολογία. Κατά αυτόν τον τρόπο, η απολογία ορίζεται ως απαραίτητος ουσιώδης τύπος της διαδικασίας μόνο για την έκδοση απόφασης κατά πρώτο βαθμό (ΣτΕ 3032/1988, 8/1992, 1638/1995, 1222/1996). Η απολογία συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ πρέπει να είναι προηγούμενη και έγκαιρη.

Περαιτέρω, το δικαίωμα της απολογίας του εργαζομένου περιλαμβάνει την έγκαιρη κλήση του διωκομένου προς αυτήν, τη δυνατότητα του εργαζομένου να λάβει γνώση των καταλογιζόμενων πραγματικών περιστατικών, του αποδιδόμενου παραπτώματος και του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού, να του χορηγηθούν εγκαίρως αντίγραφα των εγγράφων του πειθαρχικού φακέλου, να λάβει εύλογη προθεσμία για να προετοιμάσει την απολογία του, να παρασταθεί -σύμφωνα με την αρχή της αμεσότητας- ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου και, εφόσον το επιθυμεί, με τη συνδρομή δικηγόρου, να παράσχει εξηγήσεις και διευκρινίσεις που θα του ζητηθούν, να αμφισβητήσει και να αντικρούσει την αποδιδόμενη κατηγορία, να σχολιάσει τους ισχυρισμούς που τον ενοχοποιούν και το συλλεγέν αποδεικτικό υλικό που στηρίζει την κατηγορία, να προσκομίσει υπερασπιστικά αποδεικτικά μέσα, να προτείνει μάρτυρες, να υποβάλει έγγραφο υπόμνημα με τις θέσεις του, να προβάλει και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του προς το σκοπό της υπεράσπισής του, να προβεί σε συμπληρωματική απολογία κ.λπ. (Θεμελιώδεις αρχές του πειθαρχικού δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα 2016, Κ. Δημαρέλλης).

Συνεπώς, η αρχή της απολογίας του πειθαρχικά διωκομένου θεσπίζει υποχρέωση του πειθαρχικού οργάνου και, αντίστοιχα, δικαίωμα του εργαζομένου να κληθεί για να παραστεί στην πειθαρχική δίκη και να υποβάλει, προφορικώς ή εγγράφως, τις θέσεις του για την αντίκρουση της κατηγορίας. Η μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής επιφέρει έλλειψη νομιμότητας της πειθαρχικής απόφασης, ενώ η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί ευχέρεια του εργαζομένου.

 

Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων στο άρθρο 107 ΥΚ

1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι:

α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία,

β) κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος,

γ) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους,

δ) η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών,

 ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας. Ειδική περίπτωση παρόμοιας συμπεριφοράς αποτελεί οποιαδήποτε πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, στην οποία ενέχεται εκπαιδευτικός ή υπάλληλος που υπηρετεί σε σχολείο,

στ) η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας,

«ζ) η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με τον ν. 3896/2010, και η χρήση γλώσσας έμφυλης διάκρισης, κατά την άσκηση των καθηκόντων.».

η) η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26* του παρόντος,

θ) η σοβαρή απείθεια, 

ι) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων,

ια) η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27** του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων,

ιβ) η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές,

 ιγ) η προδήλως αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η υπαίτια μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,

ιδ) η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων,

ιε) η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση,

 ιστ) η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί,

 ιζ) η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,

ιη) η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου,

ιθ) η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων, κ) η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας, κα) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας,

κβ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή το χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών, κγ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία,

κδ) η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 110 του παρόντος,

κε) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας,

κστ) η απλή απείθεια, 

κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του,

κη) η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος,

κθ) η άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας,

λ) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 130 του παρόντος νόμου, λα) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 144 του παρόντος νόμου,

λβ) Το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 3 του ν. 3861/2010 (Α` 112).».

λγ) η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως.

 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ.

 3. Σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή κατά την έννοια της περίπωσης ε` της παρ. 1 του παρόντος άρθρου η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης.

_________________________________________________________

* Άρθρο 26

Εχεμύθεια

1. Ο υπάλληλος οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για θέματα που χαρακτηρίζονται ως απόρρητα από τις κείμενες διατάξεις. Οφείλει επίσης να τηρεί εχεμύθεια σε κάθε περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από την κοινή πείρα και λογική, για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.

2. Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν αντιτάσσεται στις περιπτώσεις που προβλέπεται δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών εγγράφων.

3. Μαρτυρία ή πραγματογνωμοσύνη για θέματα απόρρητα επιτρέπεται μόνο με άδεια του οικείου Υπουργού.

4. Ο υπάλληλος που έχει χαρακτηρισθεί ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν παραλείπεται σε διαδικασία προαγωγής ούτε υπόκειται σε οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία ή τιμωρείται, απολύεται ή καθ` οιονδήποτε τρόπο υφίσταται άλλη δυσμενή διακριτική μεταχείριση αμέσως ή εμμέσως και ιδίως σε θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, μετακίνησης ή τοποθέτησης, κατά τη διάρκεια του αναγκαίου για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης χρόνου.


** Άρθρο 27

Συμπεριφορά υπαλλήλου

1. Ο υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται εντός και εκτός της υπηρεσίας κατά τρόπο ώστε να καθίσταται άξιος της κοινής εμπιστοσύνης.

2. Ο υπάλληλος οφείλει κατά την άσκηση των καθηκόντων του να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια στους διοικούμενους και να τους εξυπηρετεί κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους.

3. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται να κάνει διακρίσεις σε όφελος ή σε βάρος των πολιτών, εξαιτίας των πολιτικών, των φιλοσοφικών ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.