Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

Δικαίωμα πρόσβασης σε διοικητικά έγγραφα – Ερωτήσεις και απαντήσεις

• Ποιός έχει δικαίωμα πρόσβασης σε διοικητικά έγγραφα;
Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. (Άρθρο 5 παρ. 1 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας). 
Για την πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα απαιτείται, από το νόμο, συνδρομή ευλόγου ενδιαφέροντος από τον διοικούμενο, έννοια ευρύτερη από αυτήν του εννόμου συμφέροντος. 
Κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας «ως εύλογο ενδιαφέρον δεν νοείται το ενδιαφέρον κάθε πολίτου για την εύρυθμη άσκηση των γενικών καθηκόντων της υπηρεσίας και την τήρηση των νόμων, αλλά εκείνο το οποίο προκύπτει, κατά τρόπο αντικειμενικό, από την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης, προσωπικής εννόμου σχέσεως συνδεομένης με το περιεχόμενο των διοικητικών στοιχείων στα οποία ζητείται η πρόσβαση» (βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1214/2000, 205/2000, 841/1997).
Σε κάθε περίπτωση δεν αρκεί στην αίτηση η αόριστη επίκληση ότι θα γίνει νόμιμη χρήση των αιτουμένων στοιχείων χωρίς αναφορά ειδικότερου λόγου που θα θεμελίωνε αντίστοιχα έννομο συμφέρον (ΟΛ. Ν.Σ.Κ. 63/2008, 589/2005 με παραπομπές και σε άλλες γνωμοδοτήσεις)». Σύμφωνα με την αριθ. 189/2015 γνωμοδότηση του Β' Τμήματος Διακοπών του Ν.Σ.Κ. «Κατά το στάδιο εφαρμογής του άρθρου 5 του ΚΔΔιαδ, είναι προφανές ότι ο αιτών πρόσβαση σε έγγραφα που τον αφορούν είναι «ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια της διάταξη αυτής, δηλαδή τεκμαίρεται ότι έχει εύλογα προς τούτο ενδιαφέρον. Για τα λοιπά έγγραφα τα οποία δεν τον αφορούν, η θεμελίωση του δικαιώματος πρόσβασης σε αυτά προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης προσωπικής, έστω χαλαρής, σχέσης του αιτούντος ή ορισμένη ιδιότητα αυτού που τον συνδέει με τα αιτούμενα δημόσια έγγραφα ή τα ιδιωτικά έγγραφα που αποτέλεσαν τη βάση έκδοσης της διοικητικής πράξης ή διαμόρφωσαν τη διοικητική διαδικασία ή), προκειμένου για ιδιωτικά έγγραφα, το ειδικό έννομο συμφέρον του και τη συνάφεια αυτών με υπόθεση του που έχει διεκπεραιωθεί ή εκκρεμεί στις δημόσιες υπηρεσίες (Γνωμ. ΝΣΚ 197/2010). Σε αντίθετη περίπτωση, δεν γεννάται υποχρέωση της διοίκησης για τη χορήγηση των αιτουμένων στοιχείων (Γνωμ. ΝΣΚ 312/2013, 256/2011 ατομ.)

• Ποιά είναι διοικητικά έγγραφα;
Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως ενδειτικά εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις.
(Άρθρο 5 παρ. 1 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας)

• Υπάρχουν εξαιρέσεις στο δικαίωμα πρόσβασης;
Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική η οικογενειακή ζωή τρίτου ήταν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Η αρμόδια διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος τούτου αν το έγγραφο αναφέρεται στις συζητήσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, ή αν η ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού είναι δυνατόν να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα δικαστικών, διοικητικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης.
Η άσκηση του κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιώματος γίνεται με την επιφύλαξη της ύπαρξης τυχόν δικαιωμάτων πνευματικής η βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
(Άρθρο 5 παρ. 3 και 5 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας)

• Πώς ασκείται το δικαίωμα πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα;
Το δικαίωμα των παρ. 1 και 2 ασκείται: α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας, ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. Η σχετική δαπάνη αναπαραγωγής βαρύνει τον αιτούντα, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Αν πρόκειται πληροφορίες ιατρικού χαρακτήρα, αυτές γνωστοποιούνται στον αιτούντα με τη βοήθεια γιατρού, ο οποίος ορίζεται για το σκοπό αυτόν.
(Άρθρο 5 παρ. 4 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας)

• Ποιά είναι η προθεσμία για τη χορήγηση εγγράφων από τη Διοίκηση;
Η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση εγγράφων κατά τις παραγράφους 1 και 2 ή την αιτιολογημένη απόρριψη της σχετικής αίτησης του πoλίτη είναι είκοσι (20) ημέρες. (Άρθρο 5 παρ. 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας)

• Υπάρχει άλλος τρόπος χορήγησης των διοικητικών εγγραφών, αν δεν απαντήσει η Διοίκηση εντός των 20 ημερών ή αρνηθεί τη χορήγησή τους;
Ο εισαγγελέας πρωτοδικών παραγγέλλει (εισαγγελική παραγγελία) στις υπηρεσίες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των λοιπών φορέων γενικής κυβέρνησης του άρθρου 14 του ν. 4270/2014, καθώς και στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αν έχει προηγηθεί αποδεδειγμένη με έγγραφα άρνηση παράδοσης ή χορήγησής τους, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 263 του ΚΠΔ.
(Άρθρο 29 παρ. 4 του ν. 4938/2022: Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών)


Για περισσότερες πληροφορίες και για οποιαδήποτε διευκρίνιση απευθυνθείτε στο Δικηγορικό μας Γραφείο στο τηλέφωνο: 2103000748 και στο email: drososlaw@gmail.com.

Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Προσκόμιση σε Δικαστήριο μηνυμάτων στο messenger - Πότε δεν παραβιάζονται οι διατάξεις για τα προσωπικά δεδομένα

Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίθηκε ότι δεν παραβιάζονται οι διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων με την προσκόμιση στο δικαστήριο μηνυμάτων στο messenger από εργαζόμενο για την απόδειξη της Αγωγής του κατά της εργοδότριας εταιρείας του, αφού είχε εξαντλήσει κάθε άλλο πρόσφορο μέσο.

Σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 4624/2019 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων ορίζεται ότι:

Ποινικές κυρώσεις


1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών· β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.

 2. Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. (...)

Ειδικότερα, το Εφετείο Θεσσαλονίκης κατέληξε στα εξής σχετικά για την εφαρμογή του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, αφού ανάλυσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής:

«…Όπως δε έχει κρίνει κατ’ επανάληψη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων (8/2005, 9/2005 και 57/2009) η χρήση ενώπιον Δικαστηρίου προσωπικών δεδομένων που έχουν συλλεγεί χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ενδιαφερομένου είναι θεμιτή, αν ο επιδιωκόμενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων δεν απορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα (Ολ. ΑΠ 1/2017, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 813/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 

Εν προκειμένω, η εκ μέρους του κατηγορούμενου προσκόμιση ενώπιον του Πρωτοδικείου .... των επίμαχων εκτυπώσεων των μηνυμάτων messenger της πολιτικώς ενάγουσας , αποτελούσε επιτρεπτή επεξεργασία , με νομική βάση το έννομο συμφέρον του να ανταποδείξει τους λόγους της έφεσης της εναγομένης, επί των οποίων η πολιτικός ενάγουσα και άλλα επτά πρόσωπα είχαν καταθέσει σε ένορκη βεβαίωσή τους ότι δεν απασχολείτο σε θέση μάγειρα. 

Μάλιστα η προσκόμιση των επίδικων μηνυμάτων έγινε στη β’ συζήτηση της έφεσης της εναγομένης και δη μετά την έκδοση μη οριστικής απόφασης εκ της οποίας αναφάνηκε ότι το δικαστήριο δεν είχε πειστεί από τα έγγραφα και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει στον πρώτο βαθμό και στην α’ συζήτηση της έφεσης, δηλαδή αφού είχε εξαντλήσει κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Ο σκοπός δε που επιδίωκε ο κατηγορούμενος, δηλαδή η αντίκρουση των 8 ένορκων βεβαιώσεων δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) τα οποία ήδη είχε χρησιμοποιήσει στην α συζήτηση της έφεσης. 

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τις επιταγές της αναλογικότητας ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το μόνο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο που διέθετε για την υπεράσπιση των αγωγικών του αξιώσεων έναντι των ένορκων βεβαιώσεων που κλόνισαν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Τα δε προσωπικά δεδομένα της πολιτικός ενάγουσας που εθίγησαν , συνίστανται στην απλή συζήτηση που είχε με τον κατηγορούμενο κατά την οποία επιβεβαίωνε ότι αυτός απασχολήθηκε ως μάγειρας και δεν συνίστανται σε προσωπικές πληροφορίες που αφορούσαν την ίδια, την ιδιωτικότητά της, τον ιδιωτικό της βίο ή ευαίσθητα δεδομένα της προσωπικού χαρακτήρα, ούτε θίχθηκαν θεμελιώδεις ελευθερίες αυτής. 

Ως εκ τούτου, τα δικαιώματα της πολιτικός ενάγουσας δεν υπερέβαιναν το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου να ανταποδείξει τους αγωγικούς του ισχυρισμούς , ώστε να καθιστούσε ανεπίτρεπτη και παράνομη την επίδικη επεξεργασία των δεδομένων που κατείχε ο τελευταίος. (…)».


Το παρόν άρθρο σκοπό έχει να παρουσιάσει ένα απόσπασμα δικαστικής απόφασης ενδεικτικά και δεν αποτελεί, ούτε μπορεί να υποκαταστήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο νομική συμβουλή από εξειδικευμένο δικηγόρο σε ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Για οποιαδήποτε σχετική υπόθεση ή ερώτηση, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Δικηγορικό μας Γραφείο.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗ ΕΦΕΣΗ ΣΤΑ ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Από την εμπειρία μας στο πεδίο της ποινικής δίκης, έχουμε διαπιστώσει ότι, δυστυχώς, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο έκδοσης ερήμην καταδικαστικών αποφάσεων (δηλαδή, αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν με απόντα τον κατηγορούμενο) λόγω κλήτευσης του κατηγορουμένου που δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις ή εξαιτίας συνδρομής λόγων ανωτέρας βίας.

Στις περιπτώσεις αυτές, υπάρχει κατ’ εξαίρεση δυνατότητα υποβολής έφεσης εκπροθέσμως, τις προϋποθέσεις της οποίας αναλύουμε κατωτέρω σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα επί του ζητήματος νομολογία και τις εφαρμοστέες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, εφόσον δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.

Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 155 παρ. 1 ΚΠΔ, "η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή ή σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, από όργανο της δημόσιας δύναμης..." κατά δε το άρθρο 157 του ίδιου κώδικα:


«1. Αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του φέρεται άγνωστη ή εξαρχής είναι άγνωστος ο τόπος κατοικίας ή διαμονής του, αυτός που κάνει την επίδοση ερευνά στον τηλεφωνικό κατάλογο, σε επαγγελματικούς καταλόγους, στα ψηφιακά ή φυσικά δεδομένα της ίδιας δικαστικής ή φορολογικής αρχής, η οποία υποχρεούται να τα γνωστοποιήσει, στο οικογενειακό και επαγγελματικό περιβάλλον του αποδέκτη της επίδοσης, για να διαπιστώσει τη διαμονή του. Αν από την έρευνα αυτή η διαμονή παραμένει άγνωστη και τα καταχωρημένα στοιχεία στα πληροφοριακά συστήματα του Ελληνικού Δημοσίου δεν επαρκούν για να γίνει επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα, η επίδοση του εγγράφου γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς τα τέκνα ή τους αδελφούς. Τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν πρέπει κατά την ανέλεγκτη αντίληψη εκείνου που ενεργεί την επίδοση να έχουν ηλικία κατώτερη των δεκαοκτώ (18) ετών, ούτε να είναι ψυχικά ασθενή ή να τελούν προφανώς υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ανάλογης ουσίας, ούτε να είναι παθόντες από το έγκλημα, αν η επίδοση πρόκειται να γίνει στον κατηγορούμενο και αντιστρόφως.

 2. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται στον γραμματέα της εισαγγελίας του πλημμελειοδικείου στην περιφέρεια του οποίου διενεργείται ή έχει διενεργηθεί η ανάκριση ή προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση. Ο γραμματέας της εισαγγελίας φυλάσσει τα επιδιδόμενα έγγραφα σε ιδιαίτερο για κάθε κατηγορούμενο φάκελο, το περιεχόμενο του οποίου μπορούν οποτεδήποτε να πληροφορηθούν ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του.».

Προσέτι, κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠΔ, η επίδοση είναι άκυρη αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-157 ΚΠΔ.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 476 παρ. 1 και του προαναφερόμενου άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της κρίσης ως εκπρόθεσμης της άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης κατά της απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που έχει εκδοθεί με απόντα τον εκκαλούντα, είναι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί διαφορετικά, αν η επίδοση είναι άκυρη, δεν αρχίζει η νόμιμη προθεσμία προς άσκηση και το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται εμπρόθεσμα.

Η προϋπόθεση δε αυτή, ως διαδικαστική, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της έφεσης. Εάν δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει εκπρόθεσμη την άσκηση της έφεσης και κηρύξει αυτή απαράδεκτη, αντί να την δεχθεί τυπικά ως εμπρόθεσμη εξαιτίας της ακυρότητας της επίδοσης της απόφασης προς τον εκκαλούντα, τότε τούτο υπερβαίνει την εξουσία του και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η` ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.

Άλλωστε, σύμφωνα με άλλη νομολογία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, αναφέροντας το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, το χρόνο της άσκησης της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν με την έφεση προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερη βία, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία ασκήσεώς της (άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση εφέσεως και το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν.

Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη.

Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή και τούτο ήταν γνωστό στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του.


Ενόψει συνεπώς των ανωτέρω, υπάρχει δυνατότητα ανατροπής ερήμην καταδικαστικών απόφάσεων, με την κατάλληλη νομική συμβουλή και εκπροσώπηση προς υπεράσπιση και άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων οποιουδήποτε έχει καταδικαστεί ερήμην.


ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ:

Άρθρο 473

 Προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων

 1. Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων. Για τον εισαγγελέα η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων είναι ενός μήνα από την έκδοση του βουλεύματος.

 Σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου, χωρίς αυτός να έχει εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιό του δικηγόρο ή να έχει κλητευθεί αυτοπροσώπως ή να έχει ενημερωθεί με άλλα μέσα κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης και με βάση την οποία εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή ζητήθηκε η έκδοση, η απόφαση επιδίδεται εκ νέου στον κατηγορούμενο αμέσως μετά την παράδοσή του στις αρμόδιες ελληνικές αρχές, εκτός αν αυτή του επιδόθηκε ήδη αυτοπροσώπως ή έχει δηλωθεί ρητά από αυτόν η μη αμφισβήτησή της. Η νέα επίδοση αποτελεί την αφετηρία της ανωτέρω προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της αρχικής και της νέας επίδοσης αναστέλλεται η προθεσμία παραγραφής του εγκλήματος χωρίς τους χρονικούς περιορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 113 ΠΚ.

 2. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο είναι είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 3.

 3. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ειδικά για τον κατηγορούμενο, ο οποίος αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης γνωστοποίησε με δήλωση του ιδίου ή του συνηγόρου, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει μετά τη σχετική ενημέρωση από τον γραμματέα του δικαστηρίου με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορικά με την καταχώριση της απόφασης ως καθαρογραμμένης. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει την παραγραφή της ποινής, η οποία αρχίζει τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση. Στο ειδικό αυτό βιβλίο καταχωρίζονται καθαρογραμμένες και οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που, όπως απαγγέλθηκαν, προσβάλλονται με έφεση, εφόσον, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, το ζητήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Στην περίπτωση αυτήν η απόφαση καθαρογράφεται εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει και στην περίπτωση αυτή, από την ως άνω καταχώριση.

 4. Οι παραπάνω προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων καθώς και για την άσκηση οιονεί ενδίκων μέσων και ενδίκων βοηθημάτων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου.».

 

Άρθρο 476

 Όταν το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο

 1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή δεν είχε έννομο συμφέρον ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή όταν τούτο ασκείται για δεύτερη φορά ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, εκτός εάν η διατύπωση που δεν έχει τηρηθεί για την άσκησή του είναι τυπική και μπορεί να συμπληρωθεί. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του ή να συμπληρώσει την τυπική διατύπωση που δεν έχει τηρηθεί, σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Αν ο αναιρεσείων κρατείται, δεν μετάγεται αλλά μπορεί να υποβάλλει υπόμνημα και να εκπροσωπηθεί από συνήγορο. Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας ή του συμβουλίου με οποιοδήποτε μέσο (εγγράφως ή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή προφορικά ή τηλεφωνικά), η οποία αποδεικνύεται με σχετική βεβαίωσή του που επισυνάπτεται στη δικογραφία.

Άρθρο 153.

Ακυρότητα της έκθεσης.

 Η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπουν η χρονολογία, εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτήν, η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπογραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει σύμφωνα με το άρθρο 150 ή που εξετάσθηκαν ή η υπογραφή του δημόσιου υπαλλήλου που συντάσσει την έκθεση.

Άρθρο 154.

Διάκριση της κοινοποίησης από την επίδοση.

 1. Ο νόμος ορίζει πότε απαιτείται η κοινοποίηση κάποιου εγγράφου της ποινικής διαδικασίας και πότε η επίδοσή του. Η κοινοποίηση και η επίδοση συνεπάγονται τα ίδια νόμιμα αποτελέσματα.

 2. Η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155 έως 161 και 165.

 Άρθρο 155

 Επίδοση

 1. H επίδοση στον ενδιαφερόμενο διάδικο ή μάρτυρα, διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα. Το προς επίδοση έγγραφο εκδίδεται μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr- ΕΨΠ) και φέρει τα χαρακτηριστικά της παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 4727/2020 (Α` 184), καθώς και τα στοιχεία του αρμόδιου για την έκδοσή του οργάνου. Η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα συντελείται με ηλεκτρονική αποστολή του εγγράφου από επιμελητή ποινικών - πολιτικών δικαστηρίων και εισαγγελιών ή δικαστικό υπάλληλο στην ψηφιακή θυρίδα του πολίτη στην Eνιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr- ΕΨΠ) ή σε διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που είναι καταχωρημένη σε φορείς του δημόσιου τομέα, ή στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον έχει δηλωθεί κατά την εξέτασή του σύμφωνα με τα άρθρα 217 και 273. Αν ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει διορίσει συνήγορο ή αντίκλητο, η επίδοση γίνεται παράλληλα και στον διορισμένο συνήγορο ή αντίκλητο.

 Η ανωτέρω επίδοση στον ενδιαφερόμενο διάδικο ή μάρτυρα γνωστοποιείται ταυτόχρονα με μήνυμα που αποστέλλεται σε αριθμό σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας που έχει καταχωρηθεί στην ανωτέρω ψηφιακή θυρίδα ή σε αριθμό σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας που έχει δηλωθεί κατά την εξέτασή του διαδίκου ή μάρτυρα σύμφωνα με τα άρθρα 217 και 273. Το μήνυμα αποστέλλεται εκ νέου αυτόματα μετά την πάροδο σαράντα οκτώ (48) ωρών από την πρώτη αποστολή.

 2. Αν η επίδοση δεν είναι εφικτή σύμφωνα με την παρ. 1 ή συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι κατά την κρίση του αρμόδιου εισαγγελέα που μνημονεύονται στην παραγγελία προς επίδοση, διενεργείται φυσική επίδοση με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου διαδίκου ή μάρτυρα, από επιμελητή ποινικών - πολιτικών δικαστηρίων και εισαγγελιών ή δικαστικό επιμελητή. Με τη διαδικασία της φυσικής επίδοσης καλούνται ο κατηγορούμενος και ο υποστηρίζων την κατηγορία που έχουν υπερβεί το εβδομηκοστό (70ό) έτος της ηλικίας τους κατά τον χρόνο της επίδοσης, εκτός από την περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει ζητήσει να καλείται αποκλειστικά στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχει δηλώσει κατά την εξέτασή του, σύμφωνα με το άρθρο 273. Όταν υφίσταται αντικειμενική αδυναμία επίδοσης με τους ανωτέρω τρόπους ή συντρέχουν όλως εξαιρετικοί λόγοι κατά την κρίση του αρμοδίου εισαγγελέα, η επίδοση δύναται να διενεργείται από όργανο της δημόσιας δύναμης. Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή στον τόπο όπου εργάζεται τούτος, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει ή στον διευθυντή ή σε κάποιον από όσους εργάζονται στον ίδιο τόπο. Από όλους τους παραπάνω εξαιρούνται όσοι κατά την ανέλεγκτη αντίληψη αυτού που κάνει την επίδοση είναι νεότεροι των δεκαοκτώ (18) ετών ή ψυχικά ασθενείς ή τελούντες προφανώς υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ανάλογης ουσίας. Εξαιρούνται επίσης οι παθόντες από το έγκλημα, όταν η επίδοση πρόκειται να γίνει στον κατηγορούμενο, και αντιστρόφως. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στα εδάφια τέταρτο και πέμπτο είναι υποχρεωμένα να παραδώσουν στον ενδιαφερόμενο το έγγραφο που τους επιδόθηκε χωρίς καμιά χρονοτριβή. Η επίδοση βουλευμάτων, αποφάσεων και ποινικών διαταγών μπορεί να γίνει και με παράδοση του σχετικού εγγράφου στον ενδιαφερόμενο σε ψηφιακή μορφή, η γνησιότητα του περιεχομένου του οποίου θα πιστοποιείται με προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η παράδοση του πιο πάνω εγγράφου συνοδεύεται με την παράδοση στα χέρια του ενδιαφερομένου έκθεσης, στην οποία θα αναφέρονται το είδος του επιδιδομένου εγγράφου και ο λόγος για τον οποίο αυτό επιδίδεται.

 3. Αν ένα από τα πρόσωπα της παρ. 2 αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, αυτός που κάνει την επίδοση το επικολλά, αφού πρώτα το εσωκλείει σε φάκελο τον οποίο σφραγίζει, στην πόρτα της κατοικίας ή του διαμερίσματος ή, προκειμένου για ξενοδοχείο ή οικοτροφείο, στην πόρτα του δωματίου, όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος ή στην πόρτα του τόπου εργασίας του. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά τον ως άνω φάκελο στην πόρτα της κατοικίας. Σε περίπτωση επίδοσης βουλεύματος, ποινικής διαταγής ή απόφασης σε ψηφιακή μορφή, αυτός που κάνει την επίδοση επικολλά σφραγισμένο φάκελο, που περιέχει την προβλεπόμενη στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 έκθεση, μαζί με το έγγραφο σε ψηφιακή μορφή. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 αρνήθηκαν να πάρουν το επιδιδόμενο έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου αυτού στον διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου διαδίκου, ανεξάρτητα αν ο διορισμός του ήταν ή όχι υποχρεωτικός από τον νόμο. Σε αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την τελευταία χρονικά επίδοση. Η πραγματική αναζήτηση της κατοικίας ή της διαμονής του κατηγορουμένου, εφόσον δεν έχει δηλωθεί κατά τα άρθρα 156 και 273, γίνεται με κάθε πρόσφορο μέτρο, τουλάχιστον με βάση τη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην τελευταία φορολογική του δήλωση και τα σχετικά στοιχεία που είναι καταχωρισμένα στα πληροφοριακά συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών.

 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης εξειδικεύονται οι όροι, η διαδικασία και ο τρόπος επίδοσης εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα, η δημιουργία ηλεκτρονικής υπηρεσίας, ο τρόπος εισόδου και αυθεντικοποίησης των χρηστών της ηλεκτρονικής υπηρεσίας, οι τεχνικές προδιαγραφές για τη διασφάλιση της λήψης του μηνύματος, ο τρόπος αποστολής των μηνυμάτων, οι φορείς του δημόσιου τομέα από τούς οποίους αντλούνται οι δηλωθείσες ηλεκτρονικές διευθύνσεις και καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία, τεχνική ή άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.».

 Άρθρο 157

 Επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής

 1. Αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του φέρεται άγνωστη ή εξαρχής είναι άγνωστος ο τόπος κατοικίας ή διαμονής του, αυτός που κάνει την επίδοση ερευνά στον τηλεφωνικό κατάλογο, σε επαγγελματικούς καταλόγους, στα ψηφιακά ή φυσικά δεδομένα της ίδιας δικαστικής ή φορολογικής αρχής, η οποία υποχρεούται να τα γνωστοποιήσει, στο οικογενειακό και επαγγελματικό περιβάλλον του αποδέκτη της επίδοσης, για να διαπιστώσει τη διαμονή του. Αν από την έρευνα αυτή η διαμονή παραμένει άγνωστη και τα καταχωρημένα στοιχεία στα πληροφοριακά συστήματα του Ελληνικού Δημοσίου δεν επαρκούν για να γίνει επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα, η επίδοση του εγγράφου γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς τα τέκνα ή τους αδελφούς. Τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν πρέπει κατά την ανέλεγκτη αντίληψη εκείνου που ενεργεί την επίδοση να έχουν ηλικία κατώτερη των δεκαοκτώ (18) ετών, ούτε να είναι ψυχικά ασθενή ή να τελούν προφανώς υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ανάλογης ουσίας, ούτε να είναι παθόντες από το έγκλημα, αν η επίδοση πρόκειται να γίνει στον κατηγορούμενο και αντιστρόφως.

 2. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται στον γραμματέα της εισαγγελίας του πλημμελειοδικείου στην περιφέρεια του οποίου διενεργείται ή έχει διενεργηθεί η ανάκριση ή προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση. Ο γραμματέας της εισαγγελίας φυλάσσει τα επιδιδόμενα έγγραφα σε ιδιαίτερο για κάθε κατηγορούμενο φάκελο, το περιεχόμενο του οποίου μπορούν οποτεδήποτε να πληροφορηθούν ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του.».

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Αρχή της αμεροληψίας - Αίτηση εξαίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας

Στο άρθρο 7 παρ 1-2 του ν. 2690/1999 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις», ορίζονται τα ακόλουθα:

«1. Τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.
2. Τα μονομελή όργανα καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον: α) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης β) είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ’ ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού με κάποιον από τους ενδιαφερομένους, ή γ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερόμενους
.»



Στην ανωτέρω διάταξη αποτυπώνεται, γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερολήπτου κρίσεως κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής τα διοικητικά όργανα και ειδικότερα, τα μέλη των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως, δεν παρέχουν εγγυήσεις αμερολήπτου κρίσεως, όχι μόνο όταν έχουν είτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της συγκεκριμένης υποθέσεως, είτε ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους, αλλά και όταν, γενικότερα, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί εύλογα η υπόνοια ότι έχουν ήδη σχηματισμένη και συνεπώς προειλημμένη γνώμη για την υπόθεση (βλ. ΣτΕ 3878/2015, 419/2011, 3757/2007, 2175/2004 Ολομ., 2522/2001, 3846/2000).

Ειδικότερα, τα όργανα της Διοίκησης, είτε ενεργούν ατομικώς είτε ως μέλη συλλογικού οργάνου, πρέπει να παρέχουν τα εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης, ώστε να δημιουργείται στους πολίτες πεποίθηση για το αδιάβλητο των πράξεων που εκδίδονται από αυτά, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν υπάρχουν ιδιαίτεροι δεσμοί ή ιδιάζουσα σχέση μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο. Κατά συνέπεια, άσχετα από την ύπαρξη διάταξης που να προβλέπει για ειδικούς λόγους την εξαίρεση του συγκεκριμένου μέλους του διοικητικού οργάνου, η ενέργειά του που έγινε παρά τη συνδρομή τέτοιων λόγων είναι ελαττωματική και συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής διοικητικής πράξης λόγω του τεκμηρίου επηρεασμού του που δημιουργείται έτσι, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι η πράξη αυτή υπήρξε πραγματικά μεροληπτική (ΣΕ 689/1987, 2263/1991, 5263/1996 κ.ά.).

Για τη στοιχειοθέτηση της ιδιάζουσας σχέσης ή ιδιαίτερου δεσμού μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο δεν αρκεί οποιαδήποτε προσωπική ή επαγγελματική σχέση, αλλά τέτοια που, ενόψει των συντρεχουσών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι πρόσφορη να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο τον οποίο πρόκειται να κρίνει (πρβλ. ΣτΕ 3878/2015, 2966/2014, 638/2014, 3891/2013, 3758/2012, 3056/2006, 2522/2001 επτ., 2421/2001)”.

Περαιτέρω, στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 7 του ν. 2690/1999 ορίζονται τα εξής:
«3. Το όργανο ή το μέλος του συλλογικού οργάνου, εφόσον κρίνει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του λόγος που επιβάλλει την αποχή του, οφείλει να το δηλώσει αμέσως στην προϊστάμενη αρχή ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου, αντιστοίχως, και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια. Στις περιπτώσεις αυτές, η προϊστάμενη αρχή, ή το συλλογικό όργανο, αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν.
4. Αίτηση εξαίρεσης μονομελούς οργάνου, ή μέλους συλλογικού οργάνου, μπορούν να υποβάλουν οι ενδιαφερόμενοι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Η αίτηση υποβάλλεται στην προϊστάμενη αρχή, ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου, ή στο αποφασίζον όργανο, κατά περίπτωση. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή τα οριζόμενα στην τελευταία περίοδο της προηγούμενης παραγράφου». 
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν ο διοικούμενος αμφισβητήσει σοβαρώς και με συγκεκριμένους ισχυρισμούς την αμεροληψία μέλους ενός συλλογικού οργάνου που έχει αρμοδιότητα να κρίνει την υπόθεσή του και ζητήσει για το λόγο αυτό την εξαίρεση του παραπάνω μέλους, το συλλογικό όργανο, ενώπιον του οποίου φέρεται η αμφισβήτηση αυτή, οφείλει, πριν επιληφθεί της συγκεκριμένης υπόθεσης, να αποφασίσει αιτιολογημένα επί του ζητήματος απορρίπτοντας ή δεχόμενο την αίτηση εξαιρέσεως (βλ. ΣτΕ 3574/2010, 3228/2010, 4070/2009, 2909/2004, 2289/2001).

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

ΑΦΑΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑ

Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και όσα έχουν κριθεί από τη νομολογία, όσον αφορά στην αφανή εταιρία, παρατίθενται κατωτέρω τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της:

Σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 285 του νόμου 4072/2012, όπου διατυπώνεται ο ορισμός της αφανούς εταιρείας, ορίζεται ότι «… Με τη σύμβαση της αφανούς εταιρείας ο ένας από τους εταίρους (εμφανής εταίρος) παραχωρεί σε άλλον ή άλλους εταίρους (αφανείς εταίρους) δικαίωμα συμμετοχής στα αποτελέσματα μιας ή περισσότερων εμπορικών πράξεων ή εμπορικής επιχείρησης, που διενεργεί στο όνομα του, αλλά προς το κοινό συμφέρον των εταίρων». 
Με τον ορισμό αυτό ο νομοθέτης  αποδέχεται την παγιωμένη κατά το προϊσχύσαν δίκαιο αντίληψη ότι η αφανής εταιρεία είναι γνήσια εταιρεία με την έννοια του άρθρου 741 ΑΚ, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου, στην οποία αναφέρεται ότι η αφανής εταιρεία αποτελεί εταιρεία και ρυθμίζεται ως εταιρεία, αλλά και από την ευθεία συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εταιρεία, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 285 του νόμου 4072/2012. 
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αφανής εταιρεία, κατά τον ν. 4072/2012, έχει ως αντικείμενο εμπορική επιχείρηση και όχι οποιοδήποτε οικονομικό σκοπό. Κατ’ ακριβολογία, η αφανής εταιρεία δεν είναι εμπορική εταιρεία, υπό την έννοια ότι, μόνο ο εμφανής εταίρος αποκτά εμπορική ιδιότητα, καθώς αυτός είναι που διενεργεί εμπορικές πράξεις, κατά σύνηθες επάγγελμα. Η αφανής εταιρεία, εφόσον έχει εμπορικό σκοπό, αποτελεί εταιρεία του εμπορικού δικαίου, με την έννοια ότι χρησιμοποιείται για την άσκηση εμπορικών πράξεων και διέπεται από τους κανόνες του εμπορικού δικαίου. Προ της ισχύος του νόμου 4072/2012, η σύσταση της αφανούς εταιρείας δεν υπέκειτο σε τύπο, ακόμη και αν αποσκοπούσε σε επιχείρηση δικαιοπραξιών, οι οποίες υπόκεινται σε τύπο. Μέχρι την ψήφιση του νόμου 4072/2012, η νομολογία είχε αντιμετωπίσει το ζήτημα της απόδειξης της σύστασης της αφανούς εταιρείας και των όρων αυτής. Εφόσον υπήρχε έγγραφος συμφωνία, η σύσταση ήταν αυταπόδεικτη και απέμενε μόνο η ερμηνεία των όρων της συμφωνίας. Στην περίπτωση, όμως, που δεν υπήρχε έγγραφη συμφωνία, τότε ήταν προς απόδειξη, τόσον η ίδια η σύσταση, όσο και οι όροι που διέπουν την συμφωνία αυτή. Ειδικότερα, η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης μπορούσε να γίνει και με μάρτυρες, εφόσον συνέτρεχε μία των προϋποθέσεων του άρθρου 394 ΚΠολΔ. Πράγματι, στις περιπτώσεις που δεν υπήρχε έγγραφη συμφωνία των μερών, οι μαρτυρικές καταθέσεις αποτελούσαν το κύριο αποδεικτικό μέσο, για την απόδειξη της σύστασης αφανούς εταιρείας και των όρων που διέπουν την λειτουργία αυτής. Εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις αξιολογούνταν και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο (αλληλογραφία μεταξύ των εταίρων, εταιρικά βιβλία, κοινός λογαριασμός κ.α.), πρόσφορο τόσο για την απόδειξη της σύστασης της αφανούς εταιρείας, όσο και των όρων αυτής π.χ. συμμετοχή σε κέρδη και ζημίες, εισφορές των εταίρων, χρόνος διανομής κερδών κ.α.
Μετά την ισχύ του νόμου 4072/2012, η αφανής εταιρεία, όπως σημειώνεται και στην εισηγητική έκθεση του νόμου, εξακολουθεί να συστήνεται ατύπως, ενώ δεν προβλέπονται διατυπώσεις δημοσιότητας. Στην παρ. 2 του άρθρου 285 του ν.4072/2012 ορίζεται ότι η αφανής εταιρεία δεν έχει νομική προσωπικότητα και δεν καταχωρίζεται στο ΓΕ.Μ.Η. Οι όροι της εταιρικής συμφωνίας αποδεικνύονται μόνο με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών. Για τη συμφωνία αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 393 ΚΠολΔ. Στην αφανή εταιρεία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εταιρεία, εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας. 
Ως προς την απόδειξη της σύστασης, επομένως, της αφανούς εταιρείας, από την στιγμή που εξακολουθεί να συστήνεται άτυπα, ισχύουν τα ίδια, που ίσχυαν υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς. Δηλαδή, προς απόδειξη της σύστασης, μπορεί να αξιοποιηθεί κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να αποδειχθεί ότι τα μέρη έχουν συστήσει αφανή εταιρεία. 

Σύμφωνα, όμως με το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 285 του νόμου 4072/2012, οι όροι της εταιρικής συμφωνίας αποδεικνύονται μόνο με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών και εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 393 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά περιεχομένου εγγράφου. Ο προβλεπόμενος, συνεπώς, στην παρ. 2 του άρθρου 285 του νόμου 4072/2012, έγγραφος τύπος είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι όροι της εταιρικής σύμβασης αποδεικνύονται υποχρεωτικά με έγγραφο, μόνον εφόσον παρεκκλίνουν των ρυθμίσεων του νόμου. 
Αν η αφανής εταιρεία έχει συσταθεί άτυπα και δεν υπάρχει έγγραφο, οι όροι αυτής προκύπτουν από τις ρυθμίσεις των άρθρων 285 επ. του νόμου 4072/2012.Τα μέρη μπορούν, μεν, να αποκλίνουν αυτών των ρυθμίσεων, καθώς αυτές αποτελούν διατάξεις ενδοτικού δικαίου, μόνο όμως με έγγραφη συμφωνία τους. 
Αν δεν έχει συνταχθεί έγγραφο, δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες διαφορετικοί όροι της εταιρικής σύμβασης από όσους προβλέπονται στον νόμο 4072/2012 και στις διατάξεις του ΑΚ, που ο νόμος αυτός παραπέμπει (βλ.Σπ. Ταλιαδούρου, «Το νέο νομοθετικό πλαίσιο για την αφανή εταιρία, ΔΕΕ 2016,873 και Γ. Σχοινοχωρίτη, «Η αφανής εταιρία, η κοινοπραξία και η αστική εταιρία με νομική προσωπικότητα μετά τον ν.4072/2012», ΕλλΔ/νη 2014,1601). 

Περαιτέρω, με το άρθρο 288 (Διαχείριση της αφανούς εταιρείας) ορίζεται ότι « 1. Τη διαχείριση της αφανούς εταιρείας ασκεί ο εμφανής εταίρος» και «2. Τα αποκτώμενα από τη διαχείριση της εταιρείας ανήκουν στον εμφανή εταίρο». Με το άρθρο 289 (Κέρδη και ζημίες) ορίζεται ότι «1. Ο αφανής εταίρος συμμετέχει στα κέρδη της εταιρείας κατά το ποσοστό ή το ποσό που έχει συμφωνηθεί στην εταιρική σύμβαση, άλλως εφαρμόζεται το άρθρο 763 του Αστικού Κώδικα. 2. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, ο αφανής εταίρος μετέχει στις ζημίες που προκύπτουν, κατά το ίδιο ποσοστό με τα κέρδη. Μπορεί να συμφωνηθεί ότι η συμμετοχή του στις ζημίες δεν θα υπερβαίνει την αξία της εισφοράς του. 3. Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους ή στο χρόνο που έχουν συμφωνήσει τα μέρη, καθώς και σε περίπτωση λύσης της εταιρείας, ο εμφανής εταίρος έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και να καταβάλει τα αναλογούντα κέρδη στον αφανή εταίρο. Δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί η καταβολή κερδών στον αφανή εταίρο και κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, ιδίως κατά την ολοκλήρωση κάποιας πράξης ή επιχειρηματικής δράσης. 4. 0 αφανής εταίρος δεν υποχρεούται να επιστρέφει τα κέρδη που έλαβε σε προγενέστερες χρήσεις, λόγω ζημιών μεταγενέστερων χρήσεων». 
Περαιτέρω, με το άρθρο 291 του ίδιου νόμου (Λύση και εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας) ορίζεται ότι «1. Η αφανής εταιρεία λύνεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα. Τη λύση ακολουθεί η εκκαθάριση. 2. Η εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας διενεργείται από τον εμφανή εταίρο. Συνίσταται στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας της συμμετοχής του, μειωμένης κατά τις ζημίες, που του αναλογούν. Η κατά χρήση εισφορά του αφανούς εταίρου επιστρέφεται αυτούσια. 3. Ο εκκαθαριστής έχει υποχρέωση, στο τέλος κάθε ημερολογιακού εξαμήνου, να παρέχει πληροφορίες στον αφανή εταίρο για την εξέλιξη των εργασιών της εκκαθάρισης, με έκθεση των αιτίων που παρεμπόδισαν την περάτωσή της» (βλ. και ΕφΠειρ 235/2019).

Γίνεται άλλωστε, δεκτό ότι ακόμη δε και αν για την εμπορική δραστηριότητα του εμφανούς εταίρου απαιτείται κρατική άδεια εκμετάλλευσης ή το δικαίωμα εκμετάλλευσης καθορίζεται από τον νόμο ή από σύμβαση ως αυστηρά προσωπικό και αμεταβίβαστο, απαγορευομένης της με οποιονδήποτε τρόπο παραχωρήσεώς του, η σύσταση αφανούς εταιρίας με σκοπό την εκμετάλλευσης της εν λόγω επιχείρησης δεν συνεπάγεται την παραχώρησή της ή υπενοικίασή της προς την εταιρία ή τη μερική παραχώρησή της προς τον αφανή εταίρο, καθόσον αυτή συνεπάγεται απλή συμμετοχή του στις κερδοζημίες της, με συνέπεια η σύμβαση σύστασης αυτής της εταιρίας να μην ενέχει παραχώρηση αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη αναγκαστικού δικαίου, αλλά να αποτελεί επιτρεπόμενη συμφωνία (ΑΠ 1202/2004, 1609/2002, 1420/1999). 
Στην ίδια κατεύθυνση με την διαμορφωθείσα προηγούμενη θέση της νομολογίας ως προς τη φύση της αφανούς εταιρίας, ο νόμος 4072/2012 στο άρθρο 285 αποσαφήνισε πλήρως ότι με τη σύμβαση αφανούς εταιρίας, η οποία δεν έχει νομική προσωπικότητα, ο ένας από τους εταίρους (εμφανής εταίρος) παραχωρεί σε άλλον ή άλλους εταίρους (αφανείς) απλώς δικαίωμα συμμετοχής στα αποτελέσματα μίας ή περισσότερων εμπορικών πράξεων ή εμπορικής επιχείρησης, που διενεργεί στο όνομά του, αλλά προς το κοινό συμφέρον των εταίρων. Επομένως και υπό την ισχύ του ν. 4072/2012 εξακολουθεί να αποτελεί επιτρεπόμενη κατά νόμο συμφωνία η σύμβαση σύστασης της αφανούς εταιρίας, ακόμη κι αν για την εμπορική δραστηριότητα του εμφανούς εταίρου απαιτείται κρατική άδεια εκμετάλλευσης ή το δικαίωμα εκμετάλλευσης καθορίζεται από τον νόμο ή από σύμβαση ως αυστηρά προσωπικό και αμεταβίβαστο και απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο παραχώρησή του (ΑΠ 192/2021).

Για οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με τη σύσταση και τη λειτουργία αφανούς εταιρίας, μπορείτε να απευθυνθείτε στο Δικηγορικό μας Γραφείο.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΜΑΣ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΕ ΑΣΚΟΥΜΕΝΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ

Το Δικηγορικό μας Γραφείο αναζητά ασκούμενο/η δικηγόρο για πλήρη και αποκλειστική συνεργασία.

 Απαραίτητα Προσόντα:

• Τίτλος σπουδών νομικής από ελληνικό ή αλλοδαπό πανεπιστήμιο νομίμως αναγνωρισμένος

• Άριστη Γνώση χειρισμού Η/Υ 

• Εμπειρία στη σύνταξη δικογράφων

• Πάθος για τη νομική επιστήμη και επαγγελματική εξέλιξη


Επικουρικά θα συνεκτιμηθούν:

• Διαπραγματευτικές /επικοινωνιακές ικανότητες

• Ικανότητα επίλυσης κρίσεων 

• Ανεπτυγμένες ικανότητες οργάνωσης

• Γνώση χειρισμού πλατφόρμας συνεργασίας/επικοινωνίας (λ.χ. TEAMS)

• Προσανατολισμός στην παροχή υψηλού επιπέδου νομικών υπηρεσιών

 

Παρέχονται:

• Μηνιαία αμοιβή αναλόγως των προσόντων και της εμπειρίας

• Σταθερή προοπτική εξέλιξης

• Σύστημα bonus επιπροσθέτως της μηνιαίας αμοιβής

• Διαρκής νομική ενημέρωση και συζητήσεις επί νομικών ζητημάτων

Προσφέρουμε ενασχόληση με ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα του αστικού, ποινικού και διοικητικού δικαίου σε ένα εξαιρετικό επαγγελματικό περιβάλλον, όπου προάγουμε τον αμοιβαίο σεβασμό και τις σχέσεις εμπιστοσύνης, ενώ υποστηρίζουμε ενεργά την προσωπική και επαγγελματική εξέλιξη. Η ανάληψη πρωτοβουλιών εκτιμάται και επιβραβεύεται.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:

drososlaw@gmail.com 

 

Tα προσωπικά δεδομένα που θα συλλεχθούν, θα χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς επιλογής υποψηφίων. Τα προσωπικά δεδομένα όσων υποψηφίων δεν επιλεγούν, θα διαγραφούν εντός 15 ημερών από την αποστολή της αίτησης συνεργασίας/βιογραφικού. Θα υπάρξει επικοινωνία μόνο με όσους υποψήφιους πληρούν τις προϋποθέσεις της προσφερόμενης θέσης εντός προθεσμίας 15 ημέρων από την αποστολή των αιτήσεων συνεργασίας/βιογραφικών. Ενδέχεται να υπάρξει επικοινωνία για διευκρινήσεις και πρόσθετα στοιχεία/πληροφορίες με τους υποψήφιους της προσφερόμενης θέσης.


Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Αναιτιολόγητη επιλογή μέλους ΔΕΠ ή παραμερισμός του κατά τη συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος ή της εισηγητικής επιτροπής

Κατά την ενασχόλησή μας με ζητήματα εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με τη διαδικασία εκλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησης καθηγητών και υπηρετούντων λεκτόρων αντιμετωπίσαμε και το ζήτημα της αναιτιολόγητης επιλογής μέλους ΔΕΠ ή παραμερισμού του κατά τη συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος ή της εισηγητικής επιτροπής.

Σύμφωνα με τη διάταξη του το άρθρου 2 παρ. 1 περ. γ’ και δ’ της ΥΑ Φ.122.1/6/14241/Ζ2 ΦΕΚ Β 225 / 2017 για τη Συγκρότηση εκλεκτορικών σωμάτων των Α.Ε.Ι. και τη λειτουργία ηλεκτρονικού συστήματος διαχείρισης διαδικασίας εκλογής καθηγητών  :


"γ) Ως μέλη του εκλεκτορικού σώματος και της εισηγητικής επιτροπής επιλέγονται καθηγητές ή ερευνητές κ.λπ. του ίδιου γνωστικού αντικειμένου με την υπό πλήρωση θέση και, μόνο αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν τέτοια μέλη, επιλέγονται μέλη συναφούς γνωστικού αντικειμένου
. Η κρίση της Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης του Τμήματος για τη συνάφεια του γνωστικού αντικειμένου φέρει πλήρη αιτιολογία, ιδίως όταν οι εκλέκτορες που επιλέγονται θεραπεύουν ποικίλα γνωστικά αντικείμενα τα οποία κρίνονται συναφή προς το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης. Οι αποφάσεις για την συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος και της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής ελέγχονται μόνο ως προς την αιτιολογία της επιλογής του μέλους του εκλεκτορικού σώματος ή της εισηγητικής επιτροπής.

δ) Η αιτιολογία της επιλογής όλων των μελών του εκλεκτορικού σώματος και της εισηγητικής επιτροπής περιλαμβάνει οπωσδήποτε το γνωστικό αντικείμενο της πράξης του διορισμού και το συνολικό επιστημονικό έργο του μέλους που προτείνεται.".

Συνάγεται επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις ότι θεσπίζεται ρητώς η υποχρέωση πλήρους αιτιολόγησης της ύπαρξης ή μη συνάφειας ανάμεσα στο επιστημονικό έργο των μελών της Εισηγητικής Επιτροπής προς το προκηρυχθέν γνωστικό αντικείμενο.

Περαιτέρω, όπως γίνεται νομολογιακά δεκτό κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, για τη συγκρότηση της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής προτιμώνται, καταρχήν, τα μέλη Δ.Ε.Π. του ίδιου γνωστικού αντικειμένου του τμήματος στο οποίο ανήκει η υπό πλήρωση θέση και μόνο αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν τέτοια μέλη η επιτροπή συγκροτείται από μέλη Δ.Ε.Π. του ίδιου γνωστικού αντικειμένου άλλου τμήματος ή σχολής του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι.

Στην περίπτωση δε που δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν μέλη Δ.Ε.Π. του αυτού γνωστικού αντικειμένου με την υπό πλήρωση θέση, η τριμελής εισηγητική επιτροπή συγκροτείται από μέλη Δ.Ε.Π. του συγγενέστερου γνωστικού αντικειμένου του τμήματος και στη συνέχεια άλλου τμήματος ή σχολής του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι. 
Εξάλλου, η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί συγκρότησης της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής από μέλη Δ.Ε.Π. του ίδιου γνωστικού αντικειμένου με εκείνο της προκηρυχθείσας θέσης δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο, γιατί περιέχει κρίση τεχνικού χαρακτήρα, ελέγχεται όμως, είτε η όλως αναιτιολόγητη επιλογή μέλους της επιτροπής είτε ο παραμερισμός μέλους Δ.Ε.Π. που φέρεται ότι κατέχει θέση του ίδιου ή συγγενέστερου γνωστικού αντικειμένου και η αντικατάστασή του με άλλο, το οποίο δεν κατέχει θέση με το αυτό γνωστικό αντικείμενο ή κατέχει θέση λιγότερο συγγενούς γνωστικού αντικειμένου (βλ. Σ.τ.Ε. 1962, 895/2007, 2623, 1571/2006, 3507, 1259, 15/2004, 2905/2002, 1178/2001 κ.α.). 
Ίδια είναι και η έκταση του ελέγχου που ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επί της πράξης συγκρότησης της εισηγητικής επιτροπής, κατά την άσκηση του κατά νόμον ελέγχου νομιμότητας της οικείας διαδικασίας που απολήγει στην πρυτανική πράξη διορισμού του επιλεγέντος (ΣτΕ 11/2008, Βάση Νομικών Δεδομένων NOMOS). 

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021

Νέα παράταση ισχύος των οριστικών τίτλων διαμονής και των βεβαιώσεων κατάθεσης αίτησης αλλοδαπών έως 31/03/2021

Στο ΦΕΚ Β' 6248/27.12.2021 δημοσιεύτηκε η απόφαση με τίτλο: 

"Παράταση ισχύος των οριστικών τίτλων διαμονής και των βεβαιώσεων κατάθεσης αίτησης που έχουν εκδοθεί δυνάμει του ν. 4251/2014 (Α’ 80) και του π.δ. 106/2007 (Α’ 135)."

Στην απόφαση αναφέρονται ειδικότερα τα εξής:

1. Η ισχύς των οριστικών τίτλων διαμονής και των βεβαιώσεων κατάθεσης αίτησης πολιτών τρίτων χωρών, που έχουν εκδοθεί δυνάμει του ν. 4251/2014 και του π.δ. 106/2007 (Α’ 135), η οποία έχει παραταθεί έως την 31η Δεκεμβρίου 2021, δυνάμει της υπ’ αρ. 7396/24.3.2021 (Β’ 1223) υπουργικής απόφασης, παρατείνεται έως την 31η Μαρτίου 2022.

2. Η έναρξη ισχύος των οριστικών τίτλων διαμονής που θα εκδοθούν, σε ανανέωση των ανωτέρω τίτλων, ανατρέχει στην επόμενη ημέρα από την αρχική ημερομηνία λήξης του τίτλου διαμονής, του οποίου η ισχύς παρατείνεται.




Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Εξώδικη αποζημίωση από Δήμο για ζημιά από πτώση δέντρου


Πολίτης διαμαρτυρήθηκε στο Συνήγορο του Πολίτη για την άρνηση του Δήμου Αμαρουσίου να του καταβάλει αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε στο αυτοκίνητό του από πτώση δέντρου. Ειδικότερα, η νομική υπηρεσία του δήμου παρέπεμψε τον πολίτη στα δικαστήρια υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προϋπόθεση για την καταβολή αποζημίωσης είναι η ύπαρξη τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Ο Συνήγορος επισήμανε ότι ο νόμος προβλέπει ρητά τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις επίτευξης εξώδικου συμβιβασμού με απόφαση της οικονομικής επιτροπής ή με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, αναλόγως του ποσού. Τόνισε επίσης ότι, όπως έχει πλέον αναγνωρίσει με πράξεις του το Ελεγκτικό Συνέδριο, η πράξη του συμβιβασμού παρέχει νόμιμο έρεισμα για την αξίωση αποζημίωσης.

Μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου, ο Δήμος Αμαρουσίου εφάρμοσε τη διαδικασία του εξώδικου συμβιβασμού και μετά από απόφαση της οικονομικής επιτροπής προχώρησε στην καταβολή της αποζημίωσης στον πολίτη.


Πηγή:  www.synigoros.gr

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Η απολογία στην πειθαρχική διαδικασία και η απαρίθμηση των πειθαρχικών παραπτωμάτων

Σύμφωνα με τα άρθρα 134 και 135 του ν. 3528/2007 Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων σε ΝΠΔΔ (στο εξής ΥΚ), όπως ισχύει σήμερα, για το ζήτημα της απολογίας δημοσίου υπαλλήλου θεσπίζονται τα εξής: 

Άρθρο 134

Κλήση σε Απολογία

«1.    Πειθαρχική ποινή δεν  επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.

 2. Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο (2) ημέρες, όταν ο υπάλληλος καλείται σε απολογία από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο και από τρεις (3) ημέρες όταν αυτός καλείται από συμβούλιο. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά και έως το τριπλάσιο της αρχικής προθεσμίας μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, εφόσον υποβάλλεται πριν από την έκδοση της απόφασης. Η παράλειψη της κλήσης σε απολογία καλύπτεται από την υποβολή έγγραφης απολογίας.

 3. Όταν μετά την κλήση του διωκομένου σε απολογία ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 118 του παρόντος σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο ή στο πειθαρχικό συμβούλιο ή στα όργανα του άρθρου 119 του παρόντος, δεν απαιτείται νέα κλήση σε απολογία.

 4. Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση περατούται με την έκδοση απόφασης.»

 Άρθρο 135

 Απολογία

 «1.  Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου επιτρέπεται στον διωκόμενο και η προφορική συμπληρωματική απολογία.

 2.    Η απολογία παραδίδεται με απόδειξη στο όργανο, το οποίο καλεί σε απολογία. Μπορεί όμως και να αποσταλεί ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου το εμπρόθεσμο της υποβολής της κρίνεται από το χρόνο της ταχυδρόμησης.

 3.    Πριν από την απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφα, με δαπάνες του, του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης. Το γεγονός ότι έλαβε γνώση αποδεικνύεται με πράξη η οποία υπογράφεται από τον υπάλληλο, ο οποίος τηρεί το φάκελο και τον διωκόμενο ή μόνο από τον πρώτο, αν ο δεύτερος αρνηθεί να υπογράψει. Αν ο διωκόμενος υπάλληλος δεν υπηρετεί στην έδρα του οργάνου που τον καλεί σε απολογία, του χορηγείται σχετική άδεια.

 4.      Με την απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκεια της εναπόκειται στην κρίση του οργάνου το οποίο τον καλεί σε απολογία."


Ενόψει των ανωτέρω, είναι εμφανές ότι απαγορεύεται η έκδοση πειθαρχικής καταδικαστικής απόφασης, χωρίς να κληθεί προηγουμένως ο υπάλληλος σε απολογία. Κατά αυτόν τον τρόπο, η απολογία ορίζεται ως απαραίτητος ουσιώδης τύπος της διαδικασίας μόνο για την έκδοση απόφασης κατά πρώτο βαθμό (ΣτΕ 3032/1988, 8/1992, 1638/1995, 1222/1996). Η απολογία συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ πρέπει να είναι προηγούμενη και έγκαιρη.

Περαιτέρω, το δικαίωμα της απολογίας του εργαζομένου περιλαμβάνει την έγκαιρη κλήση του διωκομένου προς αυτήν, τη δυνατότητα του εργαζομένου να λάβει γνώση των καταλογιζόμενων πραγματικών περιστατικών, του αποδιδόμενου παραπτώματος και του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού, να του χορηγηθούν εγκαίρως αντίγραφα των εγγράφων του πειθαρχικού φακέλου, να λάβει εύλογη προθεσμία για να προετοιμάσει την απολογία του, να παρασταθεί -σύμφωνα με την αρχή της αμεσότητας- ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου και, εφόσον το επιθυμεί, με τη συνδρομή δικηγόρου, να παράσχει εξηγήσεις και διευκρινίσεις που θα του ζητηθούν, να αμφισβητήσει και να αντικρούσει την αποδιδόμενη κατηγορία, να σχολιάσει τους ισχυρισμούς που τον ενοχοποιούν και το συλλεγέν αποδεικτικό υλικό που στηρίζει την κατηγορία, να προσκομίσει υπερασπιστικά αποδεικτικά μέσα, να προτείνει μάρτυρες, να υποβάλει έγγραφο υπόμνημα με τις θέσεις του, να προβάλει και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του προς το σκοπό της υπεράσπισής του, να προβεί σε συμπληρωματική απολογία κ.λπ. (Θεμελιώδεις αρχές του πειθαρχικού δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα 2016, Κ. Δημαρέλλης).

Συνεπώς, η αρχή της απολογίας του πειθαρχικά διωκομένου θεσπίζει υποχρέωση του πειθαρχικού οργάνου και, αντίστοιχα, δικαίωμα του εργαζομένου να κληθεί για να παραστεί στην πειθαρχική δίκη και να υποβάλει, προφορικώς ή εγγράφως, τις θέσεις του για την αντίκρουση της κατηγορίας. Η μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής επιφέρει έλλειψη νομιμότητας της πειθαρχικής απόφασης, ενώ η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί ευχέρεια του εργαζομένου.

 

Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων στο άρθρο 107 ΥΚ

1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι:

α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία,

β) κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος,

γ) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους,

δ) η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών,

 ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας. Ειδική περίπτωση παρόμοιας συμπεριφοράς αποτελεί οποιαδήποτε πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, στην οποία ενέχεται εκπαιδευτικός ή υπάλληλος που υπηρετεί σε σχολείο,

στ) η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας,

«ζ) η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με τον ν. 3896/2010, και η χρήση γλώσσας έμφυλης διάκρισης, κατά την άσκηση των καθηκόντων.».

η) η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26* του παρόντος,

θ) η σοβαρή απείθεια, 

ι) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων,

ια) η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27** του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων,

ιβ) η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές,

 ιγ) η προδήλως αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η υπαίτια μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,

ιδ) η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων,

ιε) η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση,

 ιστ) η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί,

 ιζ) η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,

ιη) η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου,

ιθ) η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων, κ) η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας, κα) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας,

κβ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή το χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών, κγ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία,

κδ) η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 110 του παρόντος,

κε) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας,

κστ) η απλή απείθεια, 

κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του,

κη) η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος,

κθ) η άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας,

λ) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 130 του παρόντος νόμου, λα) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 144 του παρόντος νόμου,

λβ) Το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 3 του ν. 3861/2010 (Α` 112).».

λγ) η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως.

 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ.

 3. Σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή κατά την έννοια της περίπωσης ε` της παρ. 1 του παρόντος άρθρου η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης.

_________________________________________________________

* Άρθρο 26

Εχεμύθεια

1. Ο υπάλληλος οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για θέματα που χαρακτηρίζονται ως απόρρητα από τις κείμενες διατάξεις. Οφείλει επίσης να τηρεί εχεμύθεια σε κάθε περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από την κοινή πείρα και λογική, για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.

2. Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν αντιτάσσεται στις περιπτώσεις που προβλέπεται δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών εγγράφων.

3. Μαρτυρία ή πραγματογνωμοσύνη για θέματα απόρρητα επιτρέπεται μόνο με άδεια του οικείου Υπουργού.

4. Ο υπάλληλος που έχει χαρακτηρισθεί ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν παραλείπεται σε διαδικασία προαγωγής ούτε υπόκειται σε οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία ή τιμωρείται, απολύεται ή καθ` οιονδήποτε τρόπο υφίσταται άλλη δυσμενή διακριτική μεταχείριση αμέσως ή εμμέσως και ιδίως σε θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, μετακίνησης ή τοποθέτησης, κατά τη διάρκεια του αναγκαίου για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης χρόνου.


** Άρθρο 27

Συμπεριφορά υπαλλήλου

1. Ο υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται εντός και εκτός της υπηρεσίας κατά τρόπο ώστε να καθίσταται άξιος της κοινής εμπιστοσύνης.

2. Ο υπάλληλος οφείλει κατά την άσκηση των καθηκόντων του να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια στους διοικούμενους και να τους εξυπηρετεί κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους.

3. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται να κάνει διακρίσεις σε όφελος ή σε βάρος των πολιτών, εξαιτίας των πολιτικών, των φιλοσοφικών ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

GDPR : Οι αλλαγές και οι ευκαιρίες που ήρθαν μαζί του - άρθρο στην Εφημερίδα Ελευθερία Λάρισας



 Στις 25 Μαΐου 2018 τέθηκε σε εφαρμογή στα κράτη μέλη της Ε.Ε. ο Κανονισμός 2016/679 με τον τίτλο «Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων»  (γνωστός ως GDPR που είχε μάλιστα χρονικό διάστημα προσαρμογής δύο ετών). Στα δύο έτη εφαρμογής του GDPR στην Ελλάδα, ο ιδιωτικός τομέας έδειξε περισσότερη διάθεση προσαρμογής, ωστόσο ταυτόχρονα, σε αυτόν επιβλήθηκαν τα περισσότερα πρόστιμα σε σχέση με το δημόσιο τομέα, ο οποίος εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά στα θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ;

Όταν γίνεται λόγος για επεξεργασία προσωπικών δεδομένων εννοούμε οποιαδήποτε ενέργεια αφορά σε πληροφορίες (λ.χ. ονοματεπώνυμο, email, διεύθυνση) που αφορούν ένα πρόσωπο, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η διαγραφή ή η καταστροφή.

 

ΤΙ ΑΛΛΑΞΕ ΜΕ ΤΟΝ GDPR;

Ο Κανονισμός ενίσχυσε τα δικαιώματα των υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων, δηλαδή των προσώπων, ενώ αυστηροποίησε τις υποχρεώσεις όλων όσοι επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα, που ονομάζονται υπεύθυνοι επεξεργασίας των δεδομένων και εκτελούντες επεξεργασία. Επίσης, εισήχθησαν νέες διαδικασίες και μέσα για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή και τον έλεγχο του σεβασμού των κανόνων προστασίας.

  

ΠΟΙΟΥΣ ΑΦΟΡΑ Ο GDPR;

Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πραγματοποιείται τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα (λ.χ. επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες που επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα για τους πελάτες, τους προμηθευτές, το προσωπικό τους). Επιπλέον, ο Κανονισμός αφορά και τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους εκτός Ε.Ε., εφόσον επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα υποκειμένων που κατοικούν σε ευρωπαϊκή χώρα, όπως στην Ελλάδα.

 

ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΒΑΣΕΙ GDPR;

Ο Κανονισμός επιβάλλει μια σειρά νέων υποχρεώσεων σε όσους επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα, όπως να εφαρμόζουν την εκ σχεδιασμού και εξ ορισμού προστασία δεδομένων επιλέγοντας κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, ώστε να τηρούνται οι προδιαγραφές του Κανονισμού και το ενδεδειγμένο επίπεδο ασφάλειας κατά την πραγματοποίηση της επεξεργασίας, να διενεργούν εκτίμηση επιπτώσεων στην προστασία δεδομένων, καθώς και να ορίσουν, εφόσον απαιτείται, υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Κυριαρχεί πλέον η ενισχυμένη αρχή της διαφάνειας, καθώς και η νέα αρχή της λογοδοσίας, σύμφωνα με την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τον GDPR, εφόσον κληθεί από τη νέα Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο εκτελούντες την επεξεργασία που παρέχουν επαρκείς διαβεβαιώσεις για την εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων και η σχέση τους θα πρέπει να αποτυπώνεται λεπτομερώς σε σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως.

 

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ GDPR

Τα πρόστιμα που προβλέπονται για την παράβαση των διατάξεων του GDPR είναι ιδιαιτέρως υψηλά και φθάνουν μέχρι και το 4% του ετήσιου τζίρου της επιχείρησης. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις η σημαντικότερη βλάβη που θα υποστεί μία εταιρεία από την παραβίαση των διατάξεων του GDPR είναι ότι θα πληγεί η φήμη, η αξιοπιστία και το κύρος της.

 

ΟΦΕΛΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΠO ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ GDPR

Πάντως, μέσα από τη διαδικασία συμμόρφωσης στον GDPR, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη.

 

· Καταρχάς, τους δίνεται η ευκαιρία να κερδίσουν, ή να εμπεδώσουν την εμπιστοσύνη με τους πελάτες και τους συνεργάτες τους μέσα από το σεβασμό τους στα προσωπικά τους δεδομένα.

· Τους δίνεται η δυνατότητα να δημιουργήσουν σχέσεις με τους πελάτες τους, οι οποίες να εδράζονται στη διαφάνεια και την ειλικρίνεια, ώστε να επιτευχθεί ουσιαστικότερη συνεργασία και αποτελεσματικότητα στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα.

·  Θα προχωρήσουν σε ξεκαθάρισμα των αρχείων τους, σε αρχειοθέτηση των παλιών ή και καταστροφή τους με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πόρων και πολύτιμου χρόνου, ενώ το νέο αρχείο που θα δημιουργηθεί θα είναι ακριβέστερο και βασισμένο στις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες για τη λειτουργία και ανάπτυξη της επιχείρησής τους.

· Μέσα από την εφαρμογή τεχνικών και οργανωτικών μέτρων που ορίζονται στον GDPR τα αρχεία των επιχειρήσεων θα είναι ευκολότερα προσβάσιμα και περισσότερο ασφαλή, προστατευμένα από εξωτερικές απειλές και εκ των έσω διαρροές.

· Με την τήρηση αρχείου δραστηριοτήτων επεξεργασίας και την πραγματοποίηση εκτίμησης επιπτώσεων επί των προσωπικών δεδομένων που ορίζονται στον GDPR, οι επιχειρήσεις θα έχουν στη διάθεσή τους πολύτιμα οργανωτικά εργαλεία που θα αποτυπώνουν τη δραστηριότητά τους και θα βοηθήσουν στην λήψη ορθότερων επαγγελματικών αποφάσεων και εταιρικής πολιτικής.

 

Όσες εν τέλει εταιρίες καταβάλλουν οργανωμένες προσπάθειες συμμόρφωσης με τον GDPR, θα αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων και η ευαισθησία τους στον τομέα των προσωπικών δεδομένων θα εκτιμηθεί δεόντως από συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, συνεργάτες, προσωπικό και πελάτες.