Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προστασία προσωπικών δεδομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προστασία προσωπικών δεδομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Τί είναι τα προσωπικά δεδομένα και πώς προστατεύονται;

Τί είναι τα προσωπικά δεδομένα;
Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή αλλιώς προσωπικά δεδομένα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε ένα ορισμένο πρόσωπο (το υποκείμενο των δεδομένων). Η πληροφορία αυτή μπορεί να αφορά σε στοιχεία αναγνώρισης (ονοματεπώνυμο, ηλικία, κατοικία, επάγγελμα, οικογενειακή κατάσταση κλπ.), φυσικά χαρακτηριστικά, εκπαίδευση, εργασία (προϋπηρεσία, εργασιακή συμπεριφορά κλπ), οικονομική κατάσταση (έσοδα, περιουσιακά στοιχεία, οικονομική συμπεριφορά), ενδιαφέροντα, δραστηριότητες, συνήθειες.
Τα προσωπικά δεδομένα χωρίζονται σε απλά και ευαίσθητα. Ο νομοθέτης παρέχει στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μεγαλύτερη προστασία ορίζοντας αυστηρότερες προϋποθέσεις για την πρόσβαση σε αυτά και την τήρηση αρχείων που τα εμπεριέχουν.

Ποιά είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα;
Με τον όρο ευαίσθητα χαρακτηρίζονται τα προσωπικά δεδομένα ενός ατόμου που αναφέρονται στη φυλετική ή εθνική του προέλευση, στα πολιτικά του φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, στη συμμετοχή του σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία του, στην ερωτική του ζωή, τις ποινικές διώξεις και καταδίκες του, καθώς και στη συμμετοχή του σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. Τα ευαίσθητα δεδομένα προστατεύονται από τον Νόμο με αυστηρότερες ρυθμίσεις από ότι τα απλά προσωπικά δεδομένα.

Ποιός νόμος αναφέρεαι στα προσωπικά δεδομένα;
Στην Ελλάδα ισχύει ο Νόμος 2472/1997 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ο οποίος εποπτεύεται από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Επίσης, ισχύει ο Νόμος 3471/2006 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
Ο παραπάνω νόμος προστατεύει φυσικά πρόσωπα (άτομα δηλαδή) που βρίσκονται εν ζωή. Αυτό σημαίνει ότι οι θανόντες και τα νομικά πρόσωπα (εταιρίες, σωματεία κ.λ.π.) δεν έχουν προσωπικά δεδομένα.

Υπό ποιές προϋποθέσεις επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων;
Η συλλογή, η επεξεργασία και η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις.
Συγκεκριμένα, στις διατάξεις του Ν. 2472/1997 προβλέπεται η κατ' εξαίρεση συλλογή, επεξεργασία ή και δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων.
Έτσι, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.

Επιτρέπεται η επεξεργασία των προσωπικών μου δεδομένων, χωρίς τη συγκατάθεσή μου;
Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν:
α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο.
β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο.
γ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, εάν αυτό τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του.
δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από αυτή είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο γνωστοποιούνται τα δεδομένα.
ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.


Το κείμενο επιμελήθηκε η ασκούμενη δικηγόρος Στυλιανή Μπακαμήτσου με επίβλεψη από το Δικηγόρο Δρόσο Γρηγόριο.

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Υποχρέωση χορήγησης στοιχείων στην ΕΛ.ΑΣ από δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις

Με αφορμή ερώτημα που τέθηκε από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, με την υπ’αριθ. 6/12 Γνωμοδότηση του Αντεισαγγελέα κ. Γεωργίου Παντελή, απεφάνθη ότι οι δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες(εταιρείες τηλεπικοινωνιών, ΔΕΚΟ, ασφαλιστικοί φορείς, κ.λπ.) είναι υποχρεωμένες να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, κατόπιν αιτήματός τους, στοιχεία διωκόμενων προσώπων που είναι πρόσφορα για τον εντοπισμό και τη σύλληψή τους.

Συγκεκριμένα, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, επικαλούμενος αφενός το αρ. 277 ΚΠΔ, το οποίο, ως ειδικό, υπερέχει έναντι του Ν.2472/1997 και αφετέρου το αρ.3 παρ.2β του ως άνω νόμου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προστατευτικές περί προσωπικών δεδομένων διατάξεις υποχωρούν στην περίπτωση που τα προσωπικά δεδομένα γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές προκειμένου να συλληφθούν πρόσωπα σε βάρος των οποίων εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης.

Επισημαίνει δε ο κ. Παντελής ότι, σε περίπτωση άρνησης των αρμοδίων υπαλλήλων να παράσχουν αιτούμενα στοιχεία που θα βοηθούσαν τις αστυνομικές αρχές να εκτελέσουν σχετικό ένταλμα σύλληψης, αυτοί διαπράττουν το έγκλημα της απείθειας και, υπό προϋποθέσεις, το έγκλημα της υπόθαλψης εγκληματία.

Πηγή :  http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_23/09/2012_462716

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Ενσωμάτωση της τροποποιημένης Οδηγίας e-Privacy στο ελληνικό δίκαιο με τον ν.4070/2012


Στην ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2009/136/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών προχώρησε η Ελλάδα με τον νόμο 4070/2012 (Α’82/10.4.2012) «Ρυθμίσεις Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, Μεταφορών, Δημοσίων Έργων και άλλες διατάξεις». Η ενσωμάτωση της Οδηγίας έγινε κατά το μέρος που αφορά σε τροποποίηση της παλαιότερης Οδηγίας 2002/58/ΕΚ –γνωστή ως e-Privacy Directive ή “Cookie Law”, η οποία έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο με τον νόμο 3471/2006.

Η Οδηγία 2009/136/ΕΚ προχωράει ένα βήμα παραπέρα ως προς την προστασία των δεδομένων του χρήστη στο διαδίκτυο, καθότι κατοχυρώνει το σύστημα “opt-in” σε αντιδιαστολή με το προηγουμένως ισχύον σύστημα “opt-out” της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ. Ενώ με το προηγούμενο σύστημα αρκούσε η σαφής και εκτενή ενημέρωση του χρήστη –συνήθως μέσω των όρων πολιτικής απορρήτου της ιστοσελίδας- και η μη εναντίωσή του για την εγκατάσταση cookies πέραν αυτών που εξυπηρετούν λειτουργικές ανάγκες της ιστοσελίδας, πλέον καθίσταται υποχρεωτική η προηγούμενη συγκατάθεση του χρήστη.

Η συγκατάθεση του χρήστη μπορεί να δίνεται μέσω κατάλληλων ρυθμίσεων στον browser ή μέσω άλλων εφαρμογών, π.χ. με κάποιο αναδυόμενο παράθυρο. Ο νόμος εξουσιοδοτεί μάλιστα την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.Δ.Π.Χ.) για τον ειδικότερο προσδιορισμό των τρόπων παροχής πληροφοριών και δήλωσης της συγκατάθεσης (άρθρο 170 ν.4070/2012, αντικατάσταση της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του ν.3471/2006).
Στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας εμπίπτουν σαφώς τα cookies που χρησιμοποιούνται για διαδικτυακή διαφήμιση (online advertising), είτε αυτά εγκαθίστανται από τον ίδιο τον πάροχο της ιστοσελίδας, είτε από τρίτα διαφημιστικά δίκτυα μέσω του επισκεπτόμενου site. Συγκατάθεση θα απαιτείται επιπλέον και για τα cookies που εγκαθίστανται με σκοπό την στατιστική ανάλυση (web analytics), ακόμη και αν αυτά αφορούν απλώς την στατιστική ανάλυση της επισκεψιμότητας μιας ιστοσελίδας. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό θα είναι τα cookies που εξυπηρετούν λειτουργικές ανάγκες της ιστοσελίδας και είναι απαραίτητα για την εμφάνισή της και την αποτελεσματική λειτουργία της στον υπολογιστή του καταναλωτή (functional cookies). Σχετικά με τα κριτήρια εξαίρεσης από την υποχρεωτική λήψη συγκατάθεσης για εγκατάσταση cookies ενδιαφέρον έχει η γνωμοδότηση της 7.6.2012 που εξέδωσε η Ομάδα Εργασίας για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων του άρθρου 29.

Η τροπολογία στην Οδηγία e-privacy έχει ήδη ενσωματωθεί στα περισσότερα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων στην Ιρλανδία, στη Γαλλία και προσφάτως στη Βρετανία. Παρότι ο τρόπος εφαρμογής μπορεί να εξειδικεύεται σε κάθε χώρα, οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές παραμένουν ίδιες. Στη Βρετανία συγκεκριμένα η αρμόδια Αρχή ICO (Information Commissioner’s Office) είχε δώσει στις επιχειρήσεις προθεσμία ενός έτους για να συμμορφωθούν με τις νέες προϋποθέσεις εγκατάστασης cookies. Στις 26 Μαίου 2012, καταληκτική ημερομηνία της δοθείσας προθεσμίας συμμόρφωσης, υπολογίζεται ότι είχε συμμορφωθεί μόλις το 5 τοις εκατό των υπόχρεων ιστοσελίδων.

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Προϋποθέσεις άρσης απορρήτου των επικοινωνιών : σύγκρουση Εισαγγελέων ΑΠ και ΑΔΑΕ

Με το ζήτημα του απορρήτου των επικοινωνιών και των προϋποθέσεων άρσης αυτού έχουν ασχοληθεί στο πρόσφατο παρελθόν διά της αντιπαράθεσής τους σε νομικό επίπεδο, τόσο οι Εισαγγελείς του Αρείου Πάγου με σχετικές Γνωμοδοτήσεις τους (9/2009 και 12/2009), όσο και η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.) με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1604 από 13.7.2009 επιστολή της προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αλλά και την υπ' αριθμ. 2322/11.12.2006 (ΦΕΚ 1853 τ. Β' της 21.12.2006) Πράξη της. Στα πλαίσια της αντιπαράθεσης αυτής οι δύο πλευρές ασχολήθηκαν και με το ειδικότερο ζήτημα της προστασίας των πολιτών σε περίπτωση κακόβουλων ή ενοχλητικών κλήσεων. 

Το ζήτημα της άρσης του απορρήτου ανακινήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Γεώργιο Σανιδά, με την υπ' αριθμ. 9/2009 Γνωμοδότησή του. Με αυτήν ο Εισαγγελέας του ΑΠ επιχείρησε να καλύψει την ελλιπή, είναι αλήθεια, νομική προστασία των πολιτών από υβριστικά, απειλητικά ή τηλεφωνήματα μέσω των οποίων πραγματοποιούνται απάτες κατά των πολιτών, διότι το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο (άρθρο 4 του ν. 2225/2994, όπως ισχύει) δεν προβλέπει δυνατότητα άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, παρά μόνο για κακουργήματα και άλλα ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται αυτά της εξύβρισης, συκοφαντικής δυσφήμησης, απάτης με πλημμεληματική μορφή κλπ. Για το λόγο αυτό, μετά από εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία, ο Εισαγγελέας του ΑΠ στην ως άνω Γνωμοδότησή του κατέληξε στα κάτωθι συμπεράσματα :

"...1) Το απόρρητο των επικοινωνιών δεν καλύπτει: α) την επικοινωνία μέσω του διαδικτύου (Internet) και β) τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας (ονοματεπώνυμα και λοιπά στοιχεία συνδρομητών, αριθμοί τηλεφώνων, χρόνος και τόπος κλήσεως, διάρκεια συνδιάλεξης κ.λπ.). 

2) Οι εισαγγελικές, ανακριτικές και προανακριτικές αρχές, πολύ δε περισσότερο τα Δικαστικά Συμβούλια και τα Δικαστήρια, δικαιούνται να ζητούν από τους παρόχους των υπηρεσιών Επικοινωνίας, μέσω του διαδικτύου (Internet), τα ηλεκτρονικά ίχνη μιας εγκληματικής πράξεως, την ημεροχρονολογία και τα στοιχεία του προσώπου στο οποίο αντιστοιχεί το ηλεκτρονικό ίχνος, από τους λοιπούς δε παρόχους των υπηρεσιών επικοινωνίας τα "εξωτερικά στοιχεία" της επικοινωνίας και ο πάροχος υποχρεούται να τα παραδίδει χωρίς να είναι αναγκαίο να προηγηθεί άδεια κάποιας Αρχής και ιδία της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. 

3) Η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών αλλά και οποιαδήποτε άλλη Ανεξάρτητη Αρχή ούτε νομιμοποιείται ούτε δικαιούται να ελέγξει με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, το εάν η περί άρσεως ή μη του απορρήτου απόφαση των οργάνων της Δικαιοσύνης είναι σύννομη ή όχι. Αυτό κρίνεται από τα ίδια τα όργανα της Δικαιοσύνης. Ούτε όμως περαιτέρω η ρηθείσα Αρχή μπορεί να ελέγξει τους παρόχους υπηρεσιών επικοινωνίας για τη, σε κάθε περίπτωση, συμμόρφωση τους προς τις αποφάσεις των οργάνων της Δικαιοσύνης. Εάν πράξει τούτο ενεργεί καθ` υπέρβαση της δικαιοδοσίας της.".

Η Α.Δ.Α.Ε. από την πλευρά της απάντησε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1604 από 13.7.2009 επιστολή της προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στην οποία επί της ουσίας διαφωνεί με την ως άνω εισαγγελική Γνωμοδότηση, αναγνωρίζει εμμέσως ότι  υπάρχει νομοθετικό κενό, η κάλυψη του οποίου ωστόσο εναπόκειται στην Πολιτεία και εν τέλει ζητά περαιτέρω διευκρινίσεις για το ίδιο ζήτημα της άρσης του απορρήτου. Εξάλλου, στην επιστολή της η Α.Δ.Α.Ε. αναφέρεται και στην υπ' αριθμ. 2322/11.12.2006 (ΦΕΚ 1853 τ. Β' της 21.12.2006) Πράξη της για το ζήτημα της αντιμετώπισης κακόβουλων ή ενοχλητικών κλήσεων.

Η απάντηση από την πλευρά του νέου τότε Εισαγγελέα ΑΠ, κ. Ιωάννη Τέντε, ήλθε με την υπ' αριθμ. 12/2009 Γνωμοδότησή του, με την οποία παγιώνεται η θέση της Εισαγγελίας του ΑΠ στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ειδικότερα στην εν λόγω τελευταία επί του θέματος Γνωμοδότηση αναφέρονται τα εξής ενδιαφέροντα :

"...Οι περιπτώσεις που ενδιαφέρουν στο προκείμενο, ήτοι οι περιπτώσεις στις οποίες οι ανακριτικές αρχές για την εντόπιση του δράστη εξυβριστικών, συκοφαντικών, απειλητικών, εκβιαστικών τηλεφωνικών κλήσεων ή μηνυμάτων, κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, προανακρίσεως ή κυρίας ανακρίσεως, κατόπιν εγκλήσεως κατά κανόνα του παθόντος, δέκτη των εν λόγω κλήσεων κλπ., ζητούν την ανακοίνωση εκ μέρους των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στοιχείων σχετικών με την ταυτότητα ή τη θέση της συνδέσεως ή του χρήστη, εκφεύγουν του προστατευτικού πεδίου της διατάξεως του άρθρου 19 § 1 του Συντάγματος. Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις δεν πρόκειται για επικοινωνία ή ανταπόκριση κατά την έννοια της συνταγματικής διατάξεως. Οι επαφές αυτές ως, εκ του σκοπού και του περιεχομένου τους, το οποίο είναι ευθέως εγκληματικό (Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο αριθ. 705), αφενός δεν συνιστούν "ανταλλαγή απόψεων, διανοημάτων κλπ." και αφετέρου δεν γίνονται στο πλαίσιο σχέσεως οικειότητας και εμπιστευτικότητας (Χρυσογόνος, ανωτ. σελ. 260, Τσακυράκης, ανωτ. σελ. 997, 998). Επομένως, δεν συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος προστασίας του απορρήτου, δηλαδή η διαφύλαξη του προσώπου από τον κίνδυνο παραβιάσεως της εν ευρεία έννοια προσωπικής ελευθερίας του και της παγιδεύσεώς του με την έκθεσή του σε κάθε είδους συνέπειες από τυχόν υπερβολικές και αστόχαστες εκφράσεις κατά την ιδιωτική και εμπιστευτική επικοινωνία του, και, κατ` ακολουθίαν, η επικοινωνία αυτού του είδους δεν προστατεύεται ως τοιαύτη από το Σύνταγμα και, συνακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Ν. 3471/2006. 

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, οι ανακριτικές αρχές, ανταποκρινόμενες στο προστατευτικό καθήκον του Κράτους, εκδηλούμενο ως θετική υποχρέωση αυτού προς διασφάλιση της ανεμπόδιστης και αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων του ατόμου, κατ` άρθρο 25§1 του Συντάγματος, και ενεργούσες σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή για παροχή έννομης προστασίας (άρθρο 20 του Συντάγματος) και τιμωρήσεως των εγκλημάτων (άρθρα 96§1 και 87§1 του Συντάγματος) μπορούν, στα πλαίσια του δικαιώματός τους να συγκεντρώνουν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για τη βεβαίωση του εγκλήματος (άρθρα 251, 239 §§ 1-2 και 248 ΚΠΔ), να ζητούν τα προαναφερόμενα στοιχεία, χωρίς την προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας άρσεως του απορρήτου του εκτελεστικού της διατάξεως του άρθρ. 19 § 1 εδ. β΄ του Συντάγματος Ν. 2225/1994, αφού, όπως ελέχθη, δεν πρόκειται για απόρρητο. 

 Είναι αυτονόητο, ότι πρέπει να διενεργείται κυρία ανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση μετά από παραγγελία εισαγγελέα καθώς και ότι ο τακτικός ανακριτής ή ο παραγγέλλων εισαγγελέας, σύμφωνα με βασική αρχή ισχύουσα επί των ανακρίσεων, θα ζητήσει τα στοιχεία για τα οποία γίνεται λόγος αφού, μετά τήρηση των αρχών της αναλογικότητας, κρίνει ότι, βάσει των στοιχείων που μέχρι τη στιγμή εκείνη διαθέτει, είναι δυνατόν να υποτεθεί ευλόγως ότι μόνο με αυτό το μέσο θα γίνει δυνατή η βεβαίωση του εγκλήματος και η ανακάλυψη του δράστη (Καρράς, ανωτ., αριθ. 44). ...".

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα υπάρχουν πρακτικά προβλήματα, καθώς υπάρχει σύγχυση και στις εταιρίες τηλεπικοινωνιών για τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης της διαδικασίας άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. 

Η αντιπαράθεση αυτή σε νομικό επίπεδο έφερε στο προσκήνιο με εμφατικό τρόπο τις δυσκολίες στην στάθμιση των αγαθών του απορρήτου της επικοινωνίας (άρθρο 19 του Συντάγματος) σε σχέση με αυτό της δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 του Συντάγματος). Άποψή μας είναι ότι το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών δεν διασφαλίζει επαρκή προστασία των πολιτών σε πολλές περιπτώσεις αδικημάτων που τελούνται εις βάρος τους και για το λόγο αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να δοθεί μία λύση, η οποία είτε θα έχει νομοθετική μορφή είτε νομολογιακή.