Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποινική Δικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποινική Δικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Μαγνητοφώνηση συνομιλίας: μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο δικαστήριο;

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της χρήσης αποδεικτικών μεσων, όπως λ.χ. μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας αποθηκευμένη σε ψηφιακό μέσο, τα οποία δεν αποκτήθηκαν με νόμιμο τρόπο, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
Προσφάτως η νομολογία ασχολήθηκε με το ζήτημα και έδωσε κατευθηντήριες γραμμές και ερμήνευσε τις εφαρμοστέες διατάξεις του Ποινικού Κωδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πάντοτε υπό το πρίσμα των σχετικών συνταγματικών διατάξεων που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας αλλά και τα έννομα αγαθά της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου.

- Έτσι, ο Άρειος Πάγος στην υπ' αριθμ. 653/2013 απόφασή του έκρινε τα εξής:
(...)Παρά τις επελθούσες με το άρθρο 10 του ν. 3674/2008 τροποποιήσεις στο άρθρο 370 Α Π.Κ. και στο άρθρο 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και της θεσπισθείσης απολύτου απαγορεύσεως της χρήσεως ως αποδεικτικών μέσων μαγνητοταινιών ή μαγνητοφωνήσεων που αποκτήθηκαν παρανόμως, από πλευράς ποινικού δικονομικού δικαίου η προβλεπομένη απόλυτη απαγόρευση δικονομικής αξιοποιήσεως τέτοιων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ελέγχεται από το επιλαμβανόμενο της εκδικάσεως της υποθέσεως ποινικό δικαστήριο αν είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1δ του Συντάγματος, που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας με συνέπεια για να μη τίθεται σε διακινδύνευση τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας και πλην της χρήσεως αποδεικτικών μέσων παρανόμως κτηθέντων, κατόπιν βασανιστηρίων ή κατόπιν προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων είτε κατά είτε υπέρ του κατηγορουμένου, όπως όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας, εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται αυτός, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του, ώστε το δικαστήριο να συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παρανόμου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα κατηγορούμενο.

(σ.σ. Άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ – όπως ισχύει σήμερα: Αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία.)

- Επίσης, το Εφετείο Θεσσαλονίκης επί του ίδιου ζητήματος με την υπ' αριθμ. 747/2012 απόφασή του έκρινε σχετικώς ότι:
(...)Από τη διάταξη του άρθρου 370 Α παρ. 2 Π.Κ. προκύπτει ότι «όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγουμένου, εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου». 
Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρθρ. 2 παρ. 1,5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπεια τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις (Α.Π. 1202/2011, Ελλ.Δνη 52.1532). 
Παράνομο αποδεικτικό μέσον αποτελεί κατ` αρχήν και η μαγνητοταινία, στην οποία έχει καταγραφεί ιδιωτική συνομιλία. Λόγοι σεβασμού και προστασίας των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αγαθών της ανθρώπινης αξίας, ζωής, τιμής και ελευθερίας επιβάλλουν την κάμψη της κατ` άρθρον 19 παρ. 3 του Συντάγματος, απαγορεύσεως της χρήσεως παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου, στην περίπτωση κατά την οποίαν το μέσον αυτό αποτελεί τον μοναδικόν τρόπον αποδείξεως της αθωότητας του κατηγορουμένου σε περίπτωση κακουργήματος που απειλείται, με ποινή ισοβίου καθείρξεως (Ολ.Απ 1/2001 πολιτική, ΑΠ 2617/2008 ΠΧρ. ΝΘ (2009) 901) .

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Πρόταση για εισαγγελέα που θα συνδιαλέγεται με τον κατηγορούμενο για την ποινή

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανάρτησε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου για το νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στον οποίο έχουν μεταφερθεί καινοτομίες που ήδη εφαρμόζονται σε άλλα κράτη όπως είναι η Μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Γερμανία.

Οι καινοτομίες αυτές αποσκοπούν, κατά κύριο λόγο στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις.

Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, που είναι έργο της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, που συγκροτήθηκε υπό τον πρόεδρο της καθηγητή της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Λάμπρο Μαργαρίτη, προβλέπει την καθιέρωση του θεσμού του «ποινικού εισαγγελέα συνδιαλλαγής» ο οποίος θα συνδιαλέγεται με τον κατηγορούμενο για το ύψος της ποινής πριν φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο ο «ποινικός εισαγγελέας συνδιαλλαγής» θα έχει τη δυνατότητα να συνδιαλέγεται με τον κατηγορούμενο και να συμφωνεί για το ύψος της ποινής, χωρίς η υπόθεση να φτάνει στο ακροατήριο.

Η διαμεσολάβηση αφορά τα κακουργήματα για τα οποία προβλέπονται ποινές μέχρι 10 χρόνια κάθειρξη, ενώ στους κανόνες της συνδιαλλαγής δεν μπορούν να υπαχθούν αδικήματα που τιμωρούνται με βάση το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου.

Εάν ο κατηγορούμενος συμφωνήσει με τον «ποινικό εισαγγελέα συνδιαλλαγής», τότε πρέπει η συμφωνηθείσα ποινή να είναι εμφανώς επιεικέστερη από αυτή που θα επιβαλλόταν από το δικαστήριο, ενώ παράλληλα και η έκτιση της ποινής θα έχει ευνοϊκότερους όρους αναφορικά με την αποφυλάκιση.

Παράλληλα, με το επίμαχο νομοσχέδιο, καταργούνται τα Πενταμελή Εφετεία Κακουργημάτων, ενώ από Πενταμελή Εφετεία θα δικάζονται τα αδικήματα που χαρακτηρίζονται σύνθετα, καθώς και αδικήματα που καταλαμβάνονται από το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτόφωρο και διαρκές έγκλημα

1. ΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ που ορίζει την έννοια του αυτοφώρου εγκλήματος

Αυτόφωρο έγκλημα
Άρθρο 242 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

1. Αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα  που  γίνεται  ή  το  έγκλημα  που  έγινε  πρόσφατα. Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα από αυτήν  ο  δράστης  καταδιώκεται από  τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη από τα  οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο.
2.  Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μία από τις παραπάνω  περιπτώσεις, αν πέρασε όλη η επόμενη ημέρα από την τέλεση της πράξης.
3.   Τα  εγκλήματα  που  τελούνται  δια  του  τύπου θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.
4. Τα εγκλήματα που τελούνται από ανηλίκους δεν δικάζονται ως αυτόφωρα.

2. 9/2009 ΓΝΜΔ ΕΙΣΑΠ (ΕΓΚ)
Στα στιγμιαία εγκλήματα, τα οποία είναι εκείνα επί των οποίων η προσβολή του εννόμου αγαθού τελειούται διά της εφάπαξ πραγματώσεως της αντικειμενικής τους υποστάσεως, (Ν. Χωραφάς, Γεν.
Αρχαί, τόμ. πρώτος, σελ. 163) αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα που γίνεται ή το έγκλημα που έγινε πρόσφατα.

Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα, ιδίως όταν αμέσως ύστερα από αυτήν ο δράστης καταδιώκεται από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Ποτέ δεν θεωρείται ότι συντρέχει μια από τις παραπάνω περιπτώσεις αν πέρασε όλη η επόμενη μέρα από την τέλεση της πράξης (άρθρο 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).

Επί των διαρκών αδικημάτων, εφόσον διαρκεί η τέλεση τους είναι αυτόφωρα. Για να χαρακτηρισθεί μια αξιόποινη πράξη ως διαρκές έγκλημα, πρέπει όχι μόνο η αρχική τέλεση της να στοιχειοθετεί την κατά νόμο αντικειμενική της υπόσταση, αλλά και η παραπέρα από το δράστη διατήρηση της να μην αποτελεί μόνο συνέπεια, αλλά συνέχεια αυτής, δηλαδή να στοιχειοθετεί και αυτή την αντικειμενική υπόσταση του ιδίου εγκλήματος.

Έτσι λοιπόν, στην κατά νόμο αντικειμενική υπόσταση του διαρκούς εγκλήματος δεν ανήκει μόνο η παραγωγή ή η τέλεση του εγκλήματος, αλλά νόμιμα εντάσσεται σ` αυτή και η παραπέρα διατήρηση του, που στοιχειοθετεί και αυτή την αντικειμενική υπόσταση του αρχικού εγκλήματος. 

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το διαρκές έγκλημα είναι μεν τυπικά τετελεσμένο όταν πραγματοποιηθεί η σύμφωνα με το νόμο αντικειμενική του υπόσταση, όμως τούτο αποπερατώνεται ουσιαστικά μόνον όταν αρθεί η παράνομη κατάσταση που έχει από αυτό δημιουργηθεί και που η διατήρηση της στοιχειοθετεί το αρχικό έγκλημα και έτσι αποΐελεί τη συνέχιση του (ΓνωμΕισΑΠ Κων. Σταμάτη με τις σ` αστή παραπομπές στη νομολογία και τη θεωρία ΠοινΧρΛΔ`,98). (...).

Σύντομος ορισμός: Διαρκή εγκλήματα είναι εκείνα στα οποία η εγκληματική πράξη έχει διάρκεια τέτοια ώστε να μην επιτρέπει στο έννομο αγαθό να ειρηνεύσει. Τέτοια είναι επί παραδείγματι η παράνομη κατακράτηση (325 ΠΚ) και η απαγωγή (327 ΠΚ).