Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ενδιαφέρουσα νομολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ενδιαφέρουσα νομολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥΣ

Το Δικηγορικό μας Γραφείο ανακοινώνει ότι μετά από κοπιώδη και οργανωμένη προσπάθεια, που πραγματοποίησε από κοινού με τους δικαιούχους αποζημίωσης της "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", εκδόθηκε θετική δικαστική απόφαση επί της ομαδικής Ανακοπής που είχε ασκηθεί.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και του Εγγυητικού Κεφαλαίου Ιδιωτικής Ασφάλισης και δέχθηκε την επιχειρηματολογία που είχε αναπτύξει το Δικηγορικό μας Γραφείο περί του ότι όλοι οι ανακόπτοντες είχαν συνάψει ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής. Δηλαδή, ακόμα και αυτοί με συμβόλαια τύπου "ΑΣΠΙΣ ASSET", παρά το γεγονός ότι η αντίδικος ασφαλιστική εταιρία τα είχε ονομάσει από την πρώτη στιγμή συμβόλαια αμιγώς επενδυτικού χαρακτήρα, προκειμένου να τα αποκλείσει από τη διαδικασία καταβολής ποσών αποζημίωσης.

Περαιτέρω, η «ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ» έσπευσε να καταθέσει Έφεση κατά της θετικής δικαστικής για μας απόφασης και κατά όλων των ανακοπτόντων που είχαν συμμετάσχει στη δίκη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκειμένου να αποτρέψει την καταβολή της αποζημίωσης από την πλευρά της και να σύρει εκ νέου τους δικαιούχους αποζημίωσης σε δικαστική διαμάχη!

Συνεπώς, όλα πλέον θα κριθούν στο Εφετείο Αθηνών, όπου θα παρασταθούμε ως Δικηγορικό Γραφείο μαζί με όλους τους ανακόπτοντες, προκειμένου να αντικρούσουμε με αποφασιστικότητα και στέρεη νομική επιχειρηματολογία την Έφεση που άσκησε η "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα που αφορά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δεν είχαν συμπληρώσει τριετία από την έναρξη τους μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας (21.9.2009).

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους όσους μας εμπιστεύτηκαν μέχρι σήμερα και να τους διαβεβαιώσουμε ότι θα είμαστε στο πλευρό τους μέχρι και την τελική δικαίωσή τους με την καταβολή της αποζημίωσης από την "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ".

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Δικαστική απόφαση ακυρώνει πρόστιμο για μη αναγραφή εργαζομένου σε Πίνακα Προσωπικού

Σημαντική δικαστική απόφαση εκδόθηκε από το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Λάρισας πριν από μερικές ημέρες, καθώς ακυρώθηκε πρόστιμο πρόστιμο ύψους 10.500 ευρώ, το οποίο είχε επιβληθεί σε επιχείρηση λόγω απασχόλησης εργαζομένης, η οποία δεν ήταν αναγραμμένη σε ισχύοντα Πίνακα Προσωπικού και Ωρών Εργασίας. 

Η επιχειρηματολογία που σταθμίστηκε από το Δικαστήριο έκανε λόγο για αντισυνταγματική αυστηροποίηση των προβλεπόμενων κυρώσεων με οριζόντια ρύθμιση κατά παράβαση των γενικών διοικητικών αρχών και στο γεγονός της μη κλιμάκωσης των προβλεπόμενων ποσών των προστίμων βάσει αντικειμενικών παραμέτρων, όπως ο αριθμός απασχολούμενου προσωπικού μιας επιχείρησης, ο βαθμός συνεργασίας ή ο αριθμός των αδήλωτων εργαζομένων ανά επιχείρηση.

Περαιτέρω, μεταξύ άλλων στο σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου αναφέρεται πως «δεν προκύπτει ότι χορηγήθηκε, στην περίπτωση επιβολής προστίμου για την παράβαση της μη αναγραφής εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού, εξουσιοδότηση στον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για θέσπιση συστήματος αντικειμενικής επιβολής προστίμου, κατ' απόκλιση από το διαγραφόμενο στο ανωτέρω άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3996/2001, διότι τούτο θα απαιτούσε ειδική σχετική πρόβλεψη στον εξουσιοδοτικό νόμο».
 
Η συγκεκριμένη απόφαση ανοίγει το δρόμο για μία νομικά ορθότερη προσέγγιση της σχετικής νομοθεσίας και αφήνει ελπίδες για κρίση παρόμοιων υποθέσεων υπό το πρίσμα της συνταγματικής προστασίας του διοικουμένου - επιχειρηματία.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Δυσφήμηση και Συκοφαντική Δυσφήμηση

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει αναφερθεί σε στιγμή έντασης σε μία συζήτηση, είτε αυτή λαμβάνει χώρα σε τηλεοπτικό πάνελ, είτε σε μία παρέα γνωστών και φίλων, η φράση "θα σου κάνω μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση".
Ωστόσο, δεν είναι ευρέως γνωστές οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο Ποινικός Κώδικας και έχουν διαμορφωθεί από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων (τη λεγόμενη νομολογία) για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Επίσης, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό το γεγονός ότι υπάρχει το ξεχωριστό αδίκημα της απλής δυσφήμησης.

Το άρθρα 362 και 363 ΠΚ (Ποινικού Κώδικα) αναφέρουν σχετικά τα εξής:

Δυσφήμηση                                              
Άρθρο 362         
Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με Φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της Φυλάκισης.   

  
Συκοφαντική Δυσφήμηση                              
Άρθρο 363           
Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό  είναι ψευδές  τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών μαζί με τη Φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να  επιβληθεί  και  στέρηση  πολιτικών   δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63.   

Από την ανάγνωση των ανωτέρω άρθρων είναι εμφανής η σημαντικότερη διαφορά της απλής δυσφήμησης από την συκοφαντική, η οποία έγκειται στο ότι στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 363 ΠΚ το γεγονός που διαδίδεται είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο είναι ψευδές. Για το λόγο αυτό άλλωστε, η συκοφαντική δυσφήμηση τιμωρείται με βαρύτερη ποινή από την απλή δυσφήμηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διατάξεις των άρθρων 366, 367 και 368 του ΠΚ, σύμφωνα με τις οποίες μπαίνουν κάποια όρια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ :

Γενικές διατάξεις                               
Άρθρο 366          
1. Αν  το  γεγονός  του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει   ατιμώρητη. Η απόδειξη όμως της  αλήθειας  του  γεγονότος  απαγορεύεται   όταν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού   βίου  που  δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση   έγιναν κακόβουλα.           
2.  Αν στις περιπτώσεις των  άρθρων  362, 363, 364  και 365  το   γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για   την  οποία  ασκήθηκε  δικαστική  δίωξη  αναστέλλεται  η δίκη για τη Δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης, θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η Δυσφήμηση είναι  αληθινό  αν  η  απόφαση  είναι   καταδικαστική  και  ψευδές  αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχτηκε ότι το πρόσωπο που έχει δυσφημισθεί τέλεσε την   αξιόποινη πράξη.           
3. Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά η Δυσφήμηση   δεν  αποκλείει  την  τιμωρία για  Εξύβριση,  αν  από  τον  τρόπο  που   εκδηλώθηκε  ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η Δυσφήμηση   προκύπτει σκοπός Εξύβρισης.

Άρθρο 367.            
1.  Δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι  δυσμενείς  κρίσεις  για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες β) οι δυσμενείς   εκφράσεις  που  περιέχονται  σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα   που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, καθώς και γ) οι εκδηλώσεις   που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την  άσκηση  νόμιμης   εξουσίας  ή  για  την  διαφύλαξη  (προστασία)  δικαιώματος  ή από άλλο   δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις.           
2.  Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω   κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης  του   άρθρου  363,  καθώς  και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις   περιστάσεις  υπό  τις  οποίες  τελέστηκε  η  πράξη,  προκύπτει  σκοπός   Εξύβρισης.   

Έγκληση                               
Άρθρο 368        
1.  Στις  περιπτώσεις  των άρθρων 361, 362, 363, 364 και 365 η  ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Αν ο παθών είναι αστυνομικός, λιμενικός, πυροσβεστικός και υγειονομικός  υπάλληλος και η πράξη συνέβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του από πρόσωπο που ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού, η ποινική  δίωξη στην περίπτωση του άρθρου 361 ασκείται αυτεπάγγελτα. (...).
  
Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων έχουν διαμορφώσει τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης με τους περιορισμούς που θέτει η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ. 
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για τα αδικήματα της δυσφήμησης και της συκοφαντικής δυσφήμησης θα πρέπει να υποβληθεί μήνυση από αυτόν που προσβλήθηκε, η οποία λέγεται "έγκληση".

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ 

"...Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: 
1)  ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου,
2)το γεγονός να  είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, 
3) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι  αυτό είναι ψευδές. 
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η οποία προέρχεται ή από ίδια  πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. 
Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν  λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοινώσεως που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση  επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. 
Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή  οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο  υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια.  
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. 
Το  γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί,  οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα  οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος." (ΑΠ - Άρειος Πάγος- 79/2015, Βάση Δεδομένων ΝΟΜΟΣ).

"...Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή για την διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς την χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίησή τους με άλλον τρόπο και εφόσον δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσής της (...)" (ΑΠ 533/2010, Βάση Δεδομένων ΝΟΜΟΣ). 

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Συμβούλιο της Επικρατείας απόφαση υπ' αριθμ. 819/2015: Δυνατή η κατάσχεση χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου στα ταμεία των ΔΟΥ.

Ακολουθεί το κείμενο πρόσφατης σημαντικής απόφασης του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, δηλαδή του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία μεταξύ άλλων ζητημάτων, κρίνεται ότι είναι δυνατή η κατάσχεση χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου στα ταμεία των ΔΟΥ. 

Ειδικότερα στη σκέψη 7 του δικαστηρίου αναφέρεται ότι:
"... Επειδή, από το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις, σε περίπτωση εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις, υποχρεώνει το Δημόσιο σε συμμόρφωση και εφ’ όσον η υποχρέωση αυτή συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού, ο ιδιώτης διάδικος δύναται, για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, να χρησιμοποιήσει τα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και, ειδικότερα, να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση ταμειακών διαθεσίμων, χρημάτων δηλαδή του Δημοσίου, στην οικεία οικονομική υπηρεσία. Και τούτο, διότι στην ιδιωτική, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3068/2002, περιουσία του Δημοσίου, στην οποία και μόνον επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική κατάσχεση, περιλαμβάνονται και τα χρηματικά διαθέσιμα του Δημοσίου, ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται, η οποία, άλλωστε, είναι αδύνατον να διαγνωσθεί. 
Δεν συνιστά δε πρόσφορο, εν προκειμένω, κριτήριο διαφοροποιήσεως των χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου σε κατασχετά ή μη η καθ’ ύλην ή κατά τόπο αρμοδιότητα των οικείων οικονομικών υπηρεσιών του ή ο κωδικός εσόδου, με τον οποίο καταχωρίζονται τα εισπραττόμενα από το Δημόσιο ποσά, διότι, τα στοιχεία αυτά ανάγονται σε ζητήματα εσωτερικής οργανώσεως των υπηρεσιών του Δημοσίου, μη κρίσιμα εν προκειμένω ούτε δυνάμενα να παρακωλύσουν την τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεών του, που απορρέουν από το Σύνταγμα. ...".

Αναλυτικά η απόφαση αναφέρει τα εξής:


Αριθμός 819/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. 
Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Καραμανώφ, Π. Ευστρατίου, Β. 
Αραβαντινός, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Μ. – Ε. Παπαδημήτρη, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. 
Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος. 


Για να δικάσει την από 15 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση: 


των Υπουργών: 1) Οικονομίας και Οικονομικών και 2) Εθνικής Άμυνας, οι οποίοι παρέστησαν με 
τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 


κατά του....... , κατοίκου Αθηνών (........), ο οποίος δεν παρέστη. 

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες Υπουργοί επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 13583/2003 
απόφαση του Tριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο των αναιρεσειόντων Υπουργών, ο οποίος 
ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η 
αίτηση. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Καραμανώφ. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου 
και 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά     τ ο     Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η 
καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 13583/2003 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού 
Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν αποδοχής εφέσεως του αναιρεσείοντος, αφού 
εξαφανίσθηκε η 2761/2002 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν 
μέρει δεκτή ανακοπή του τελευταίου κατά της 942/20.7.2000 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης 
κινητής περιουσίας δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει της οποίας, με 
επίσπευση του αναιρεσίβλητου, κατασχέθηκε από το Ταμείο της Δ.Ο.Υ. Ενσήμων Αθηνών 
χρηματικό ποσό ύψους 7.769.000 δρχ., σε εκτέλεση αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού 
απογράφου της 4047/1997 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. 

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος 
κατόπιν της υπ’ αριθμ. 2385/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως αυτού. 

3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1 εδ. α΄ και 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 
προκύπτει ότι διοικητική διαφορά (ακυρωτική ή ουσίας) γεννάται από μονομερή πράξη 
(παράλειψη ή υλική ενέργεια) της Διοίκησης, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη 
διοικητική δράση, εκδίδεται κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας και αποβλέπει στην επίτευξη 
δημοσίου σκοπού (πρβλ. ΣτΕ 3776/2012). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του 
άρθρου 93 παρ. 1, του άρθρου 94 του Συντάγματος, του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 περ. ια του 
ν. 1406/1983 και του άρθρου 199 του ΚΔΔ συνάγεται ότι το Σύνταγμα οργανώνει την απονομή 
της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντιστοίχων προς τη φύση των 
αναφυομένων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά δε αναθέτει στον 
κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την 
εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από 
το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων 
του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με 
τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 
παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις. Εξάλλου, οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της 
νομοθεσίας περί είσπραξης δημοσίων εσόδων διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των 
διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο αποτελών το 
θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης τίτλος, είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αλλως, αν δηλαδή η 
υποκείμενη σχέση, είναι ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων 
(ΑΕΔ 5, 8/1989,18/1993). Συναφώς, η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος που 
αποτελεί το θεμέλιο της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., εξετάζεται για 
τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και στην περίπτωση που ιδιώτης επιδιώκει την ικανοποίηση 
απαίτησής του από καταψηφιστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου εις βάρος του Δημοσίου ή 
νπδδ. Κατά συνέπεια, εκτός από τις σχετικές με τη διοικητική εκτέλεση διαφορές (άρθρο 217 ΚΔΔ), 
και οι περί την αναγκαστική εκτέλεση διαφορές, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται από ιδιώτη σε βάρος 
του Δημοσίου ή νπδδ, με βάση τις κατά την παρ. 1 του άρθρου 199 ΚΔΔ καταψηφιστικές 
αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων που αποτελούν τίτλο εκτελεστό, εμπίπτουν, ως 
διοικητικές διαφορές ουσίας, στην κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του ν. 
1406/1983 δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία εφαρμόζουν αναλόγως, 
σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 199 ΚΔΔ, τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. για την αναγκαστική 
εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων. 

4. Επειδή, περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 94 παρ. 1, 2 και 4 του 
Συντάγματος, συνάγεται ότι η αξίωση για δικαστική προστασία έχει ως αντικείμενο την προστασία του δικαιώματος, όχι μόνο με τη μορφή της δεσμευτικής διάγνωσης, αλλά και με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, ώστε να καθίσταται ενεργός η παρεχόμενη δικαστική προστασία με τον εξαναγκασμό του ηττωμένου διαδίκου να συμμορφωθεί προς αυτήν. 
Υπό την έννοια αυτή, τα δικαστήρια που είναι αρμόδια κατά το Σύνταγμα και τους νόμους να 
δικάσουν την κρίσιμη διαφορά, καθίστανται αρμόδια να αποφανθούν και επί των θεμάτων που 
ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτέλεσης των εκδιδομένων από αυτά δικαστικών αποφάσεων. 
Επομένως, εφόσον αποκλειστικά αρμόδια για την αναγνώριση και καταψήφιση δικαιωμάτων που απορρέουν από σχέση δημοσίου δικαίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, τα διοικητικά δικαστήρια, στα δικαστήρια αυτά ανήκει και η δικαιοδοσία για την εκδίκαση των θεμάτων που ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτέλεσης των εκδιδόμενων από αυτά αποφάσεων. 

5. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Με την 
4047/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη 
μετά την απόρριψη έφεσης του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατ’ αυτής με την 644/1999 απόφαση 
του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει στον 
αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση, το ποσό των 2.265.045 δραχμών νομιμοτόκως από την επίδοση 
της αγωγής (6.6.1992), λόγω τραυματισμού που υπέστη από την πρόσκρουση στρατιωτικού 
οχήματος, στο οποίο επέβαινε, σε δέντρο και την ανατροπή αυτού. Ακολούθως, μετά την περιαφή 
του εκτελεστήριου τύπου, ο αναιρεσίβλητος κοινοποίησε στις 6.4.2000 στο Ελληνικό Δημόσιο 
αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της 4047/1997 δικαστικής απόφασης με επιταγή 
προς εκτέλεση, στο οποίο αναφέρεται ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει: α) για 
κεφάλαιο 2.265.045 δρχ. β) για τόκους από 16.6.1992 έως την ημερομηνία επίδοσης του 
απογράφου (6.4.2000) 5.041.215 δρχ. και γ) για απόγραφο, αντίγραφο, σύνταξη επιταγής και 
κοινοποίηση αυτής 463.027 δρχ. και συνολικά 7.769.287 δρχ. Στη συνέχεια, με την 942/20.7.2000 
έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου 
Αθηνών κατασχέθηκε στο ταμείο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ΕνσήμωνΑθηνών, 
δυνάμει της από 5.7.2000 εντολής που παρασχέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, χρηματικό ποσό ύψους 7.769.000 δραχμών, το οποίο και κατατέθηκε στο Ταμείο 
Παρακαταθηκών και Δανείων, σύμφωνα με το άρθρο 956 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Κατά της ανωτέρω 
έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης το αναιρεσείον άσκησε ανακοπή του 933 ΚΠολΔ ενώπιον του 
Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω 
έλλειψης δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, με την πρωτόδικη απόφαση 
κρίθηκε ότι «επί των διαφορών από τις πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως, στερούνται 
δικαιοδοσίας τα διοικητικά δικαστήρια, δεδομένου ότι: α) η πρώτη πράξη της εκτελεστικής 
διαδικασίας από την οποία (αν προσβληθεί) γεννάται η διαφορά, δηλαδή η επίδοση αντιγράφου του 
απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση και οι ακολουθούσες επί μέρους εκτελεστικές πράξεις, δεν 
είναι διοικητικές και, άρα, από αυτές δεν αναφύεται διοικητική διαφορά ουσίας, επί των οποίων και 
μόνο έχουν δικαιοδοσία τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατ’ άρθρ. 1 και 2 του ΚΔΔ και β) η 
σχέση από την οποία γεννήθηκε η καταψηφισθείσα χρηματική αξίωση του διοικουμένου κατά του 
Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, που αναμφιβόλως είναι δημοσίου δικαίου, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο μόνο 
για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του διοικητικού δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της αγωγής, 
ενώ κατά την ικανοποίηση της απαιτήσεως με αναγκαστική εκτέλεση λαμβάνεται υπόψη η 
επιδικασθείσα απαίτηση χωρίς την αιτία της, η δε αναφυόμενη διαφορά από την δια της 
αναγκαστικής εκτελέσεως προσβολή των ιδιωτικών δικαιωμάτων του Δημοσίου είναι ιδιωτική, η δε 
επίλυσή της ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια». 
Η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατόπιν αποδοχής σχετικής εφέσεως του Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι, εφόσον η απαίτηση του αναιρεσίβλητου που επιδικάσθηκε με την ανωτέρω 4047/1997 
απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρέει από έννομη σχέση δημοσίου 
δικαίου, η ένδικη διαφορά που ανέκυψε από την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του 
αναιρεσείοντος της απόφασης αυτής, υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. 
Ειδικότερα, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, «η αναγωγή στην έννομη σχέση που 
αποτελεί την αιτία της εκκίνησης του μηχανισμού της αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελεί το 
αναγκαίο κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και σε περίπτωση κατά την οποία ιδιώτης 
επιδιώκει εις βάρος του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., σύμφωνα με τις διατάξεις του Όγδοου Βιβλίου του 
Κ.Πολ.Δ., την υλοποίηση του περιεχομένου καταψηφιστικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, η 
οποία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 199 (παρ.1) του Κ.Διοικ.Δικ. (...) αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Και 
τούτο, λόγω του άρρηκτου δεσμού μεταξύ της διαγνωστικής δίκης και της εκτελεστικής 
διαδικασίας, αφού και οι δύο κατατείνουν στην πλήρη και αποτελεσματική προστασία του φορέα 
της αξίωσης. Άλλωστε, οι διαφορές αυτές ανέκαθεν αποτελούσαν διοικητικές διαφορές ουσίας, η 
εκδίκαση των οποίων είχε απλώς ανατεθεί προσωρινά στα πολιτικά δικαστήρια (άρθρο 59 του 
π.δ/τος 341/1978), μετά δε την θέση σε ισχύ του άρθρου 1 (παρ.1) του ν. 1406/1983 
μεταφέρθηκαν οριστικά στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων». 

6. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 4, η κρινόμενη διαφορά, η οποία ανέκυψε από 
την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσείοντος Δημοσίου για την ικανοποίηση 
απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, η οποία απορρέει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου και 
επιδικάσθηκε σ’ αυτόν με αμετάκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, είναι διοικητική διαφορά 
ουσίας υπαγομένη στη δικαιοδοσία του διοικητικών δικαστηρίων, όπως ορθά έκρινε εν 
προκειμένω το δικάσαν Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο. 

7. Επειδή, από το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις, σε περίπτωση εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις, υποχρεώνει το Δημόσιο σε συμμόρφωση και εφ’ όσον η υποχρέωση αυτή συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού, ο ιδιώτης διάδικος δύναται, για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, να χρησιμοποιήσει τα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και, ειδικότερα, να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση ταμειακών διαθεσίμων, χρημάτων δηλαδή του Δημοσίου, στην οικεία οικονομική υπηρεσία. Και τούτο, διότι στην ιδιωτική, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3068/2002, περιουσία του Δημοσίου, στην οποία και μόνον επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική κατάσχεση, περιλαμβάνονται και τα χρηματικά διαθέσιμα του Δημοσίου, ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται, η οποία, άλλωστε, είναι αδύνατον να διαγνωσθεί. 
Δεν συνιστά δε πρόσφορο, εν προκειμένω, κριτήριο διαφοροποιήσεως των χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου σε κατασχετά ή μη η καθ’ ύλην ή κατά τόπο αρμοδιότητα των οικείων οικονομικών υπηρεσιών του ή ο κωδικός εσόδου, με τον οποίο καταχωρίζονται τα εισπραττόμενα από το Δημόσιο ποσά, διότι, τα στοιχεία αυτά ανάγονται σε ζητήματα εσωτερικής οργανώσεως των υπηρεσιών του Δημοσίου, μη κρίσιμα εν προκειμένω ούτε δυνάμενα να παρακωλύσουν την τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεών του, που απορρέουν από το Σύνταγμα. 
Αντίθετο επιχείρημα δεν δύναται να αντιταχθεί από την διάταξη του άρθρου 79 περ. 2 του Συντάγματος, διότι, πάντως, τα σχετικά χρηματικά ποσά έχουν εισαχθεί, αδιακρίτως της προελεύσεώς τους, στον προϋπολογισμό προς κάλυψη των υποχρεώσεων του Δημοσίου και εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η συνταγματικώς κατοχυρωμένη υποχρέωση συμμορφώσεως του Κράτους προς τις δικαστικές αποφάσεις. 

8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι είναι επιτρεπτή η κατάσχεση των εσόδων από τη διαχείριση ενσήμων, αξιών και κάθε άλλου 
υλικού, η πώληση του οποίου έχει ανατεθεί στη ΔΟΥ Ενσήμων, δεν είναι νόμιμη, διότι πρόκειται για δημόσια περιουσία αφιερωμένη στην εκπλήρωση δημοσίων σκοπών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη 
απόφαση κρίθηκε ότι οι εισπράξεις των ΔΟΥ κατατίθενται μεν, σύμφωνα με τις διατάξεις των 
άρθρων 22 και 68 του ΚΔΛ, στην Τράπεζα της Ελλάδας σε λογαριασμούς που ορίζονται από τον 
Υπ. Οικονομικών, και σε χρέωση αυτών πραγματοποιούνται αναλήψεις χρηματικών ποσών για την 
πληρωμή των εγγεγραμμένων στον ετήσιο προϋπολογισμό δαπανών για τις λειτουργικές 
δραστηριότητες ή σκοπούς του δημοσίου, ο προορισμός, όμως, των χρημάτων αυτών, διά μέσου 
του κρατικού προϋπολογισμού, δεδομένου ότι γίνεται για την κάλυψη αδιακρίτως οποιοδήποτε 
δημόσιας δαπάνης, δεν αρκεί για να καταστούν ακατάσχετα στο σύνολο τους τα χρηματικά 
διαθέσιμα του Δημοσίου που βρίσκονται στα ταμεία των ΔΟΥ, αλλά, ενόψει του ότι η επίσπευση 
της αναγκαστικής εκτέλεσης υπηρετεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δικαστικής 
προστασίας, απαιτείται επιπλέον να δημιουργείται κίνδυνος ανατροπής της εκτέλεσης του κρατικού 
προϋπολογισμού ως προς την εκπλήρωση των δαπανών, ισχυρισμό που, εν προκειμένω, το 
Δημόσιο δεν προέβαλε. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι, κατά τα 
προεκτεθέντα, νόμιμη, έστω και με διαφορετική, εν μέρει, αιτιολογία, και, κατά συνέπεια ο 
προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί, καθώς και η αίτηση στο σύνολό της. 

Δ ι ά     τ α ύ τ α 
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. 
Επιβάλλει εις βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου εξ ευρώ 460. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια 

συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2015. 

Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος                 Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος 
 
  Αθ. Ράντος                                        Ελ. Γκίκα


Ρ.Κ.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Αντισυνταγματική η μονομερής μείωση των μισθωμάτων για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου

Με νέα απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές οι νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν στη μονομερή μείωση των μισθωμάτων στις μισθώσεις για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου (άρθρου 21 ν. 4002/2011 και άρθρου 2 του ν.4081/2012). Είχαν προηγηθεί αντίστοιχες αποφάσεις του Πρωτοδικείου Πειραιά και του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Εισήγηση στον ΑΠ για συνταγματικότητα του ορίου των 6.000 ευρώ στις αποζημιώσεις του Επικουρικού Κεφαλαίου

Συνταγματικό και σύμφωνο με την Ευρωπαϊκή και Ελληνική νομοθεσία έκρινε το ανώτατο πλαφόν των 6.000 ευρώ στις αποζημιώσεις του Επικουρικού Κεφαλαίου λόγω τροχαίων ατυχημάτων, ο Αρεοπαγίτης, κ. Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης με σχετική εισήγησή προς το Δ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου.

Το Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων, το οποίο είναι υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του υπουργείου Ανάπτυξης, αποζημιώνει τα τροχαία ατυχήματα σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρεία κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, ανακληθεί η άδεια λειτουργία της, ή το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο ή είναι αγνώστων στοιχείων.

Το Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, παρουσίασε έλλειμμα 700 εκατομμυρίων ευρώ και τέθηκε ζήτημα βιωσιμότητας του. Έτσι, με το Ν. 4092/2012 τέθηκε ανώτατο πλαφόν το ποσό των 6.000 ευρώ για τις περιπτώσεις χρηματικών αποζημιώσεων.

Ο κ. Χατζηπαναγιώτης υποστήριξε ότι η επιβολή του ανώτατου πλαφόν στο «Επικουρικό Κεφάλαιο», δεν προσκρούει στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ούτε στις Ευρωπαϊκές Οδηγίες 72/166/ΕΟΚ και 84/5/ΕΟΚ που αφορούν την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων.

Τους αρεοπαγίτες τους απασχόλησε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα 76χρόνος. Η σύζυγός του και οι τρεις αδελφές του προσέφυγαν στην Δικαιοσύνη, διεκδικώντας δικαστικά το ποσό των 240.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του 76χρόνου. Το πρωτόδικο δικαστήριο τους επιδίκασε συνολικά το ποσό των 95.000 ευρώ, ωστόσο η εισήγηση του κ. Χατζηπαναγιώτη βρίσκεται προς διαφορετική κατεύθυνση.

Να σημειωθεί ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς άσκησαν παρέμβαση υπέρ των συγγενών και κατά της επιβολής του ανώτατου πλαφόν στο Επικουρικό Κεφάλαιο. Αναμένεται πλέον η έκδοση της απόφασης από το Δ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο όμως δεν δεσμεύεται από την εισήγηση του Αρεοπαγίτη κ. Χατζηπαναγιώτη.


Πηγή: http://www.lawnet.gr/news/suntagmatiko-to-orio-ton-6000-euro-stis-apozimioseis-tou-epikourikou-kefalaiou--34210.html

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Μαγνητοφώνηση συνομιλίας: μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο δικαστήριο;

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της χρήσης αποδεικτικών μεσων, όπως λ.χ. μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας αποθηκευμένη σε ψηφιακό μέσο, τα οποία δεν αποκτήθηκαν με νόμιμο τρόπο, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
Προσφάτως η νομολογία ασχολήθηκε με το ζήτημα και έδωσε κατευθηντήριες γραμμές και ερμήνευσε τις εφαρμοστέες διατάξεις του Ποινικού Κωδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πάντοτε υπό το πρίσμα των σχετικών συνταγματικών διατάξεων που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας αλλά και τα έννομα αγαθά της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου.

- Έτσι, ο Άρειος Πάγος στην υπ' αριθμ. 653/2013 απόφασή του έκρινε τα εξής:
(...)Παρά τις επελθούσες με το άρθρο 10 του ν. 3674/2008 τροποποιήσεις στο άρθρο 370 Α Π.Κ. και στο άρθρο 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και της θεσπισθείσης απολύτου απαγορεύσεως της χρήσεως ως αποδεικτικών μέσων μαγνητοταινιών ή μαγνητοφωνήσεων που αποκτήθηκαν παρανόμως, από πλευράς ποινικού δικονομικού δικαίου η προβλεπομένη απόλυτη απαγόρευση δικονομικής αξιοποιήσεως τέτοιων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ελέγχεται από το επιλαμβανόμενο της εκδικάσεως της υποθέσεως ποινικό δικαστήριο αν είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1δ του Συντάγματος, που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας με συνέπεια για να μη τίθεται σε διακινδύνευση τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας και πλην της χρήσεως αποδεικτικών μέσων παρανόμως κτηθέντων, κατόπιν βασανιστηρίων ή κατόπιν προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων είτε κατά είτε υπέρ του κατηγορουμένου, όπως όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας, εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται αυτός, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του, ώστε το δικαστήριο να συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παρανόμου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα κατηγορούμενο.

(σ.σ. Άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ – όπως ισχύει σήμερα: Αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία.)

- Επίσης, το Εφετείο Θεσσαλονίκης επί του ίδιου ζητήματος με την υπ' αριθμ. 747/2012 απόφασή του έκρινε σχετικώς ότι:
(...)Από τη διάταξη του άρθρου 370 Α παρ. 2 Π.Κ. προκύπτει ότι «όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγουμένου, εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου». 
Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρθρ. 2 παρ. 1,5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπεια τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις (Α.Π. 1202/2011, Ελλ.Δνη 52.1532). 
Παράνομο αποδεικτικό μέσον αποτελεί κατ` αρχήν και η μαγνητοταινία, στην οποία έχει καταγραφεί ιδιωτική συνομιλία. Λόγοι σεβασμού και προστασίας των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αγαθών της ανθρώπινης αξίας, ζωής, τιμής και ελευθερίας επιβάλλουν την κάμψη της κατ` άρθρον 19 παρ. 3 του Συντάγματος, απαγορεύσεως της χρήσεως παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου, στην περίπτωση κατά την οποίαν το μέσον αυτό αποτελεί τον μοναδικόν τρόπον αποδείξεως της αθωότητας του κατηγορουμένου σε περίπτωση κακουργήματος που απειλείται, με ποινή ισοβίου καθείρξεως (Ολ.Απ 1/2001 πολιτική, ΑΠ 2617/2008 ΠΧρ. ΝΘ (2009) 901) .

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την ΑΣΠΙΣ - Το ΣτΕ απέρριψε τη δυνατότητα αποζημίωσης από το Δημόσιο

Απορριπτική ως προς την ευθύνη του Δημοσίου για αποζημίωση των ασφαλισμένων της Ασπίς Πρόνοια λόγω πλημμελούς εποπτείας, ακόμα και αν υπάρχει αμέλεια ή δόλος, είναι η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκρινε επαρκή τον μηχανισμό αποζημίωσής τους. Πρόκειται για την αποζημίωσή τους σε ποσοστό 70% από το προϊόν της εκκαθάρισης, που όπως αποφαίνεται το ΣτΕ, καθιστά τον σχετικό μηχανισμό επαρκή. Σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (3783/2014), η ικανοποίηση από το προϊόν της εκκαθάρισης, στοιχειοθετεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει αποζημίωση από την πλευρά του Δημοσίου ακόμη και αν υπάρχει αμέλεια στην Εποπτεία, στον βαθμό που η εποπτεία ασκείται προς όφελος του Δημοσίου και όχι για αποζημιωτικούς λόγους των ασφαλισμένων.


Οι σύμβουλοι Επικρατείας αναφέρουν ότι «ευθύνη προς αποζημίωση από τυχόν πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τις διατάξεις του άρθρου 105 του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα», εφόσον υπάρχει το Νομοθετικό Διάταγμα 400/1970 (περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως), που προβλέπει ειδικό μηχανισμό για τις περιπτώσεις αυτές. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα η δικαστική διαδικασία είναι πολύπλοκη και χρονοβόρα, καθώς μάλιστα πρέπει να αποδειχθεί το «πρόδηλο και σοβαρό σφάλμα των εποπτικών οργάνων» των κρατικών οργάνων. Δηλαδή, να αποδειχθεί η ύπαρξη «προφανούς και σοβαρής παρανομίας των εποπτικών οργάνων» του κράτους.

Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί από το Δικηγορικό μας Γραφείο, ότι η διαδικασία της εκκαθάρισης των ασφαλιστικών εταιριών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και COMMERCIAL VALUE, η οποία έχει ξεκινήσει από το 2009 και 2010 αντίστοιχα, κινείται με χαρακτηριστικά μεγάλη καθυστέρηση χωρίς μέχρι σήμερα να έχει επιδείξει κάποιο απτό αποτέλεσμα προς όφελος των πρώην ασφαλισμένων στις ανωτέρω εταιρίες.

Αποσπάσματα της απόφασης του ΣτΕ:

"...Ο εν λόγω μηχανισμός (το Εγγυητικό κεφάλαιο ζωής) καλύπτει τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ανεξάρτητα αν η άδεια ανακλήθηκε λόγω σκόπιμων ή εσφαλμένων ενεργειών, παραλείψεων της κρατικής μηχανής, ή πλημμελούς άσκησης κρατικής εποπτείας, ή απρόβλεπτων και μεγάλης έκτασης οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων...''.
''...Ο ειδικός μηχανισμός αποζημιώσεως (το Εγγυητικό κεφάλαιο ζωής) των ασφαλισμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων αποτελεί μηχανισμό κατάλληλο και πρόσφορο για την αποκατάσταση ζημιών που τυχόν προκαλούνται και από την πλημμελή άσκηση της κρατικής δραστηριότητας...''.

Πηγή http://www.kathimerini.gr/790533/article/epikairothta/ellada/to-70-ths-apozhmiwshs-8a-lavoyn-gia-aspis

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές οι νομοθετικές ρυθμίσεις για τη μονομερή μείωση των ενοικίων για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου

Πολύ σημαντική η απόφαση που εκδόθηκε πρόσφατα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, καθώς με αυτήν κρίθηκε η αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων για την μονομερή μείωση των μισθωμάτων στις μισθώσεις για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου (άρθρου 21 ν. 4002/2011 και άρθρου 2 του ν.4081/2012). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή είναι η πρώτη, με την οποία κρίνεται η αντισυνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων, ενώ επιδικάστηκε στους ενάγοντες ποσό που υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ και μάλιστα η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή.

Σας παραθέτουμε το σκεπτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται στις διατάξεις περί ισότητας όλων των Ελλήνων, στις συνταγματικές εγγυήσεις περί συμβατικής ελευθερίας, στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της περιουσίας.

 Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι 
ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά 
και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου  συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και παραλλάσσει η ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή ή ευμενή διάκριση, σε άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη διαφέρουσα αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. 
Στην περίπτωση αυτή, τα δικαστήρια επιλύουν τη διαφορά παρακάμπτοντας 
την, ως αντισυνταγματική κριθείσα από αυτά διάταξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται 
από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 
26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται 
σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο 
στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας 
και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, όπως επιβάλλεται από 
αυτήν. 
Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της 
διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή 
ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, ή να μην εφαρμόσουν 
την ευμενή, πλήττουσα την αρχή της ισότητας, διάταξη, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική 
ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία (ΕΑ 
1464/2012, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο). 
Εξάλλου, κατά την ελληνική συνταγματική τάξη, η ελευθερία των συμβάσεων, που βρίσκει την θεμελίωση και δικαιολόγησή της στην αυτονομία και αυτοδέσμευση του ατόμου και η οποία αποτελεί αυτονόητη συνέπεια και μερικότερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας, καλύπτεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και του άρθρου 106 παρ. 2 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία. 
Οι συνταγματικές εγγυήσεις της συμβατικής ελευθερίας καλύπτουν τόσο την ελευθερία συνάψεως (ή μη) μιας συμβάσεως και επιλογής του αντισυμβαλλομένου όσο και την ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της, δηλαδή του καθορισμού των όρων, της διάρκειας του τύπου κ.λπ. Τον δεσμευτικό χαρακτήρα της συμβάσεως, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αναιρέσει ούτε ο νομοθέτης, καθόσον η αρχή "pacta sunt servanda" ισχύει και έναντι του κράτους και πρέπει να είναι σεβαστή και από τον νομοθέτη.
Και ναι μεν κατά την άσκηση της οικονομικής του πολιτικής, ο κοινός νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια να τροποποιεί την νομοθεσία που 
ρυθμίζει υφιστάμενες περιουσιακές σχέσεις ενοχικού χαρακτήρα ή να τροποποιεί την ενέργεια των 
σχέσεων αυτών, έστω και αν έτσι προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα των συμβαλλομένων, 
πλην όμως μία τέτοια νομοθετική μεταβολή, για να είναι συνταγματικώς ανεκτή, θα πρέπει να έχει 
τον χαρακτήρα της γενικότητας, να μην αντίκειται δηλαδή στην αρχή της ισότητας ενώπιον του 
νόμου, να είναι εύλογη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό, να μην 
αντιστρατεύεται εμφανώς την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων στην 
σταθερότητα των εννόμων σχέσεων τους και, πάντως, να ανταποκρίνεται σε αποχρώντες λόγους 
γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, που ανάγονται σε προστατευόμενες από το 
Σύνταγμα αξίες και επιβάλλουν επιτακτικώς την σχετική μεταβολή, όπως συμβαίνει, ιδίως, στις 
περιπτώσεις κατά τις οποίες η συμβατική ελευθερία προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή 
ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή ασκείται προς βλάβη της Εθνικής Οικονομίας (βλ. σχετ. AΠ Ολ 4/1998 Δνη 39, 66, ΑΠ Ολ 2/1995 Δνη 36, 583, ΑΠ 1234/1994 Δνη 37, 121, AΠ 391/1986 ΝοΒ 34,390, AΠ 919/1984 Δνη 26,  33, ΣτΕ 2193/1982ΝοΒ 31, 589, Ν. Παπαντωνίου, Το πρόβλημα της αναδρομικής δύναμης του νόμου, τιμητικός τόμος Ελεγκτικού Συνεδρίου, 1984. σελ. 25 - 45, Μανιτάκη, γνμδ., Δνη 32,480 - 482). 

Αντίθετη εκδοχή, δηλαδή ότι η μεταγενέστερη -περιοριστική της δικαιοπρακτικής ελευθερίας - επέμβαση του κοινού νομοθέτη είναι κατά κανόνα επιτρεπτή, θα οδηγούσε σε αναίρεση του συστήματος της ελεύθερης οικονομίας, που αποτελεί θεμελιακό στοιχείο του κρατούντος καθεστώτος, δεδομένου μάλιστα ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ, 1 του Συντάγματος ανήκει στον λεγόμενο "σκληρό πυρήνα" του μη υποκείμενη σε αναθεώρηση (άρθρο 110 παρ. 1 Σ). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης "Περί προασπίσεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την σύμβαση) με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών κανόνων του εσωτερικού δικαίου (βλ άρθρο 28 παρ. 1 Σ), ορίζεται ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνα αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». 

Από τη διάταξη αυτή, όπως το εννοιολογικό της περιεχόμενο έχει 
αποσαφηνισθεί από την (παγία) νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων 
Δικαιωμάτων (υποθέσεις Pressos Compania Naviera S.A. κατά Βελγίου, Α332, 1995, Pine Valley 
Development κατά Ιρλανδίας, A222, 1992, Ελληνικά Διυλιστήρια ΣΤΡΑΝ και Στρατής Ανδρεάδης κατά Ελλάδας, 22/1993/417/9.12.1994 Δ 26, 229), προκύπτει ότι στην έννοια της 
(προστατευόμενης συναφώς) περιουσίας εμπίπτουν όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά 
και όλα ανεξαιρέτως τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά 
συμφέροντα", δηλαδή η προστατευτική εμβέλεια της εν λόγω ρυθμίσεως εκτείνεται και στα 
ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα σε απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη 
προσδοκία, με βάση το ισχύον - έως την προσφυγή στο δικαστήριο -δίκαιο, ότι μπορούν να 
ικανοποιηθούν δικαστικώς (ΑΠ Ολ 40/1998 ΝοΒ 47, 752, βλ. και Μητσόπουλου, Η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων κατ’ άρθρον 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, το Σ 14, 226, Εμμ. Ρούκουνα, Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 1995, σελ. 197 επ., Απ. Γεωργιάδη, Προβλήματα συνταγματικότητας του άρθρου 45 παρ. 3 Ν 2172/1993 Δ 26, 231, Μπέη σε Δ 26, 347. τον ίδιο σε Δ 26, 38). 

Ανεξάρτητα έτσι από το αν ως ιδιοκτησία - κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος - νοούνται ή όχι και τα ενοχικά δικαιώματα, η ρύθμιση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΛ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής έννομης τάξεως και είναι - στο πλαίσιο του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος δεσμευτική για τον Ελληνα νομοθέτη, ο οποίος δεν μπορεί να στερήσει κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο από ενοχικά περιουσιακά του δικαιώματα παρά μόνο εφόσον α) υπάρχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος, οι οποίοι, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας, έχουν προτεραιότητα έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος του δικαιούχου και β) προβλέπεται η πλήρης αποζημίωση του θιγέντος προσώπου (βλ. Μπέη σε Δ 26. 348, Απ. Γεωργιάδη,  ό.π., Μητσόπουλου. ό.π., σελ. 227 επ.). Οταν οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν, η στέρηση του ατόμου από κεκτημένο ενοχικό δικαίωμα παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 28 παρ 1 του Συντάγματος που επιφυλάσσει στους κανόνες των   επικυρωμένων διεθνών συμβάσεων αυξημένη έναντι του νομού τυπική ισχύ (Απ. Γκωργιάδη, ό.π., σελ. 232, Μητσόπουλο, ό.π., σελ. 225 και 232. βλ. και ΕΑ 879/2000, ΔΕΕ 2001.1267). 
Ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα είναι αναμφιβόλως και το 
δικαίωμα του εκμισθωτή στο συμφωνηθέν μίσθωμα του ακινήτου. Σύμφωνα με το άρθρο 21 ν. 
4002/22-8-2011, «η μισθωτική αξία των ακινήτων που έχουν μισθωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο 
και τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1B του 
ν. 2362/1995 (Α 247), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α 141) 
και πριν τη συμπλήρωση του με την παρ. 1α του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Α'66), τεκμαίρεται 
ότι κατά το έτος 2010 έχει μειωθεί κατά 20%. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα 
μισθώματα που καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς, για τη μίσθωση 
ακινήτων στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες τους, μειώνονται κατά ποσοστό 20%, το οποίο 
υπολογίζεται στο ύψος των μισθωμάτων της χρήσης Ιουλίου 2010 και μέχρι   30.6.2013 
απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους. Σε περίπτωση κατά την οποία τα μισθώματα 
αυτά έχουν αναπροσαρμοσθεί (αυξηθεί) μετά την 1.7.2010, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται 
και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα. Οι εκμισθωτές δικαιούνται να 
προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και   να αμφισβητήσουν το ύψος του παραπάνω τεκμηρίου 
και τη μείωση του μισθώματος. Το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς δικαιούνται να 
προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αποδείξουν ότι η μείωση της μισθωτικής αξίας και 
αντιστοίχως του μισθώματος είναι μεγαλύτερη από το παραπάνω ποσοστό. 2. Η μείωση του 
μισθώματος της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται σης μισθώσεις που οι εκμισθωτές 
συμφώνησαν με το Ελληνικό Δημόσιο ή τους φορείς της προηγούμενης παραγράφου στη μείωση 
του καταβαλλόμενου από 1.7.2010 και εφεξής μισθώματος κατά ποσοστό τουλάχιστον 20%. Σε 
περίπτωση που είχαν συμφωνήσει μείωση σε ποσοστό μικρότερο του 20% τότε το καταβαλλόμενο 
μίσθωμα-μειώνεται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κατά το υπόλοιπο ποσοστό μέχρι τη 
συμπλήρωση του ποσοστού 20%. 3. Στις περιπτώσεις που το ετήσιο μίσθωμα που προκύπτει, μετά 
την κατά τις  προηγούμενες παραγράφους μείωση του, είναι κατώτερο του μισθώματος που 
προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 41 και 41α του ν. 1249/1982 (Δ' 43) με 
την επιβολή συντελεστή απόδοσης 5%, δικαιούται ο εκμισθωτής με αίτησή του στην   αρμόδια 
υπηρεσία για την καταβολή του μισθώματος, στην οποία επισυνάπτεται φύλλο υπολογισμού της 
αντικειμενικής αξίας του μισθίου θεωρημένου από την αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του 
εκμισθωτή Δ.Ο.Υ., να ζητήσει τη μείωση του μισθώματος μέχρι το ύψος του μισθώματος, όπως 
προσδιορίζεται ανωτέρω ή τη μηδενική μείωση αυτού στην περίπτωση που το μίσθωμα, πριν από 
οποιαδήποτε μείωση, είναι ίσο ή κατώτερο αυτού. Η αρμόδια για την καταβολή του μισθώματος 
υπηρεσία ενημερώνει εγγράφως σχετικά την αρμόδια για τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης 
αρχή». Mε τις παραπάνω διατάξεις, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 
4002/2011, «επιχειρείται ο εξορθολογισμός, η αναγωγή δηλαδή στο μέτρο που αρμόζει, των 
μισθωμάτων που καταβάλλει το δημόσιο και οι φορείς του δημόσιου τομέα για μισθώσεις ακινήτων 
που έχουν συναφθεί πριν από τον Ιούλιο του έτους 2010, ώστε να ανταποκρίνονται στη μισθωτική 
αξία των ακινήτων και να μην καθίσταται η εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης υπέρμετρα 
δυσμενής μονομερώς σε βάρος του δημοσίου, λόγω της οικονομικής κρίσης, που είχε σαν 
αποτέλεσμα, πλην άλλων, τη συρρίκνωση της αγοράς, την κατακόρυφη πτώση της ζήτησης 
ακινήτων και, συνεκδοχικά, τη σημαντικότατη πτώση της μισθωτικής αξίας των ακινήτων. Και 
όσο μεν αφορά τις μισθώσεις μεταξύ ιδιωτών η αγορά, λόγω της ευελιξίας της και της έλλειψης 
γραφειοκρατίας ευκολότερα ή λιγότερο εύκολα προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες. Στις μισθώσεις 
όμως ακινήτων που μισθωτής είναι το Δημόσιο, η γραφειοκρατική διαδικασία και η ακαμψία της 
αγοράς επιβάλλει την προσαρμογή των μισθωμάτων που καταβάλλει το δημόσιο και οι φορείς του 
δημόσιου τομέα κατά το λόγο μείωσης της μισθωτικής αξίας ίων ακινήτων λόγω των 
προαναφερομένων απροβλέπτων και εκτάκτων συνθηκών». Στην έννοια των υπηρεσιών, οι οποίες 
στεγάζονται στα αναφερόμενα στο νόμο μίσθια ακίνητα, περιλαμβάνονται οι πάσης φύσεως 
υπηρεσίες (επί παραδείγματι οι υγειονομικές) που παρέχουν το δημόσιο και οι φορείς του δημοσίου 
τομέα και όχι μόνο οι δημόσιες υπηρεσίες, του νόμου μη διακρίνοντος, ενώ, εξάλλου, ο ίδιος νόμος 
εφαρμόζεται και στις προστατευόμενες από το π.δ. 34/1995 μισθώσεις. 

Μεταξύ των φορέων του 
δημόσιου τομέα, στους οποίους εφαρμόζεται ο παραπάνω νόμος, όπως ο δημόσιος τομέας 
προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α 247), και το άρθρο αυτό 
προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α 141) και πριν τη συμπλήρωση του με την παρ. 1α 
του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Λ'66), περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης 
και, συνεπώς, το ΙΚΑ. Επακολούθησε ο ν. 4081/27-9-2012, σύμφωνα με το άρθρο 2 του οποίου:

«1. Τα μισθώματα, τα οποία κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου 
καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και
οι φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου  1Β του ν. 
2362/1995 (Α' 247), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.3871/2010
(Α΄141), και συμπληρώθηκε με την παρ. 1α του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Α'66),
για τη μίσθωση ακινήτων στα οποία στεγάζονται οι υπηρεσίες τους, όπως τα μισθώματα αυτά 
αναπροσαρμόσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του
ν.4002/2011 (Α'180), μειώνονται, από 1.10.2012, σύμφωνα με την ακόλουθη
προοδευτική κλίμακας: α) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος έως τα χίλια
(1.000,00) ευρώ  κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%). β)Για το ποσό του μηνιαίου
μισθώματος από τα χίλια και 0,01 (1.000.0,) ευρώ έως τα δυο χιλιάδες (2.000,00)
ευρώ, κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%). γ) Για το ποσό του μηνιαίου
μισθώματος από τα δύο χιλιάδες και 0,01 (2.000.01) ευρώ έως τα τρεις χιλιάδες
(3.000,00, ευρώ, κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%). δ)Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος, 
που υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%). 2. 
Η μείωση του μισθώματος που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν εφαρμόζεται στις 
μισθώσεις, στις οποίες οι εκμισθωτές, μετά  την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 
4002/2011, έχουν συμφωνήσει με το Ελληνικό Δημόσιο ή τους φορείς του δημοσίου τομέα, όπως 
αυτοί καθορίζονται ανωτέρω, στη μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος τουλάχιστον κατά τα 
προβλεπόμενα στην ως άνω, παράγραφο ποσοστά. Αν έχει  συμφωνηθεί μείωση κατώτερη από 
αυτή, που αναλογεί με βάση τα οριζόμενα στην       ανωτέρω παράγραφο, τότε το καταβαλλόμενο 
μηνιαίο μίσθωμα μειώνεται από 1.10.2012, στο ύψος που προκύπτει από την εφαρμογή  των 
ποσοστών αυτών. 3. Οταν το ετήσιο μίσθωμα, το οποίο προκύπτει μετά την εφαρμογή των 
προβλεπομένων 
στην πρώτη παράγραφο, είναι κατώτερο του μισθώματος, το οποίο διαμορφώνεται από την 
εφαρμογή συντελεστή απόδοσης τέσσερα και ογδόντα εκατοστά τοις εκατό (4,80%) επί της αξίας, 
που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 41 και 41α του ν. 1249/1982 (Α΄
43), δικαιούται ο εκμισθωτής με αίτηση του που υποβάλλεται στην αρμόδια για την καταβολή του 
μισθώματος υπηρεσία και στην οποία επισυνάπτεται φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας 
του μισθίου ακινήτου θεωρημένο από την αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του εκμισθωτή 
Δ.Ο.Υ., να ζητήσει τον περιορισμό της μείωσης του μισθώματος, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω, ή 
τη μηδενική του μείωση, όταν το μίσθωμα, πριν από οποιαδήποτε μείωση, είναι ίσο ή κατώτερο 
αυτού.  

Η υπηρεσία που είναι αρμόδια για την καταβολή του μισθώματος ενημερώνει εγγράφως
σχετικά την αρχή που είναι αρμόδια για τη σύναψη της μισθωτικής συμβάσεως. 4. Τα 
αναπροσαρμοσμένα ως άνω μισθώματα δεν επιτρέπεται να αυξηθούν πριν την 1.1.2015. 5. Ειδικά 
για τα νομικά πρόσωπα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που δεν υπάγονταν στην 
υποχρεωτική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 4002/2011, η προοδευτική μείωση 
της παραγράφου 1 υπολογίζεται επί τη βάσει του καταβαλλόμενου κατά την έναρξη ισχύος του 
παρόντος άρθρου μισθώματος, μειωμένου κατά ποσοστό 20%. Σε περίπτωση που τα ανωτέρω 
νομικά πρόσωπα είχαν προβεί σε μείωση μισθώματος κατόπιν διαπραγμάτευσης με τον εκμισθωτή, 
η ως άνω προοδευτική μείωση υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου κατά την έναρξη ισχύος του 
παρόντος άρθρου μισθώματος, μειωμένου κατά το ποσοστό που υπολείπεται έως το 20%». Οι 
διατάξεις αυτές, οι οποίες παρενέβησαν στην εξέλιξη των ενεργών μισθώσεων, στις οποίες ο ένας 
συμβαλλόμενος (μισθωτής) είναι το δημόσιο, το οποίο εν προκειμένω δεν ασκεί δημόσια εξουσία, 
βάλλουν κατά της αρχής της ισότητας, καθώς μεταχειρίζονται αναιτίως προνομιακά το δημόσιο σε 
σχέση με τους ιδιώτες μισθωτές, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα αφορώντα το 
ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος. Θέτουν δε σε δυσμενή θέση τους εκμισθωτές οι οποίοι 
έχουν συμβληθεί με το δημόσιο, καθώς αυτοί υποχρεώνονται σε αυτόματη απώλεια, χωρίς έδαφος 
συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και χωρίς την παρεμβολή δικαστικής κρίσης, ως συμβαίνει 
στις συνήθεις μισθωτικές διαφορές, ενός σημαντικού τμήματος του μισθώματος, τουλάχιστον 
20%, το οποίο, ανάλογα με το ύψος του μισθώματος, ανέρχεται μέχρι ποσοστού 45%, την μείωση 
δε αυτή, υφίστανται συλλήβην όλα τα ακίνητα, χωρίς να εκτιμηθούν τα πραγματικά περιστατικά 
που συντρέχουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (πρβλ Ολ ΣτΕ 1910/2001, ΔΔΙΚΠ/2003.378), η 
ύπαρξη των οποίων θα επέβαλε, ενδεδομένως, την μείωση του μισθώματος στο προσήκον ύψος. 
Πρέπει να σημειωθεί, ότι ειδικά η μείωση του 45% στερείται παντελώς ερείσματος, καθώς, και εάν 
ήθελε γίνει δεκτό ότι η αξία των μισθίων έχει υποστεί μείωση 20% (όπως δέχεται η αιτιολογική 
έκθεση του νόμου 4002/2011), το παραπάνω ποσοστό του 45% στο οποίο απομειώνονται τα 
μισθώματα (ανάλογα με το ύψος τους) εκφεύγει του μέσου όρου πτώσεως των μισθωτικών τιμών 
της αγοράς και αντιτίθεται σε κάθε έννοια αναλογικότητας, η οποία πρέπει να διέπει τη λήψη ενός 
εξαιρετικού μέτρου, όπως είναι η νομοθετική παρέμβαση στην εξέλιξη συνεστημένης συμβατικής 
σχέσης (πρβλ Ολ ΣΤΕ 1910/2001, οπ), Περαιτέρω, η αιτιολογία που περιέχεται στην αιτιολογική 
έκθεση του ν. 4002/2001 ότι με το νόμο αυτό θα αποφευχθεί πλήθος δικών και εξόδων του
δημοσίου δεν είναι πειστική, καθώς, το δημόσιο έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία και μπορεί να 
κινεί δίκες χωρίς πρόσθετο κόστος, σε αντίθεση με τους ιδιώτες, οι οποίοι, αν θελήσουν να 
προσφύγουν κατά του μαχητού τεκμηρίου του 20% της μειώσεως, θα υποβληθούν αναγκαίως σε 
δικαστική δαπάνη, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση το μεταγενέστερο νόμο 4081/2012, ο 
εκμισθωτής στερείται, πλέον, και του δικαιώματος να προσφύγει κατά του τεκμηρίου. Στην ίδια 
αιτιολογική έκθεση δεν περιέχονται λόγοι δημόσιου συμφέροντος, οι οποίοι, με βάση και την αρχή 
της αναλογικότητας, έχουν προτεραιότητα έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος του δικαιούχου, 
αντ' αυτού δε, αναγράφεται ότι «επιχειρείται ο εξορθολογισμός, η αναγωγή δηλαδή στο μέτρο που 
αρμόζει, των μισθωμάτων που καταβάλλει το δημόσιο και οι φορείς του δημοσίου τομέα ...ώστε 
να ανταποκρίνονται στη μισθωτική αξία των ακινήτων και να μην καθίσταται η εκτέλεση της 
μισθωτικής σύμβασης υπέρμετρα δυσμενής μονομερώς σε βάρος του δημοσίου», αιτιολογία η 
οποία δεν διευκρινίζει ποιο είναι το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει την υπό κρίση ρύθμιση, 
λαμβανομένου υπ' όψιν ότι το δημόσιο συμφέρον δεν ταυτίζεται με το ταμειακό συμφέρον του 
δημοσίου. Επιπροσθέτως, με τις υπό κρίση διατάξεις, θίγονται, ανεπιτρέπτως, τα κεκτημένα 
ενοχικά δικαιώματα των εκμισθωτών, ενάντια στη ρύθμιση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου 
Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της 
ελληνικής έννομης τάξεως και είναι - στο πλαίσιο του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος - 
δεσμευτική για τον Ελληνα νομοθέτη, ενώ, τέλος, αναιρείται, όσον αφορά στο συγκεκριμένο θέμα, 
και το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 του 
Συντάγματος, αφού μειώνονται μονομερώς τα μισθώματα των υπό κρίση ακινήτων κατά τα 
προαναφερθέντα ποσοστά, γεγονός που θέτει εκποδών την ελεύθερη συμφωνία όσον αφορά στο 
ουσιώδες στοιχείο της μισθώσεως που αναφέρεται στο ύψος του μισθώματος. Σημειώνεται ότι 
ανάλογες επιφυλάξεις ως προς την συνταγματικότητα της ίδιας ρύθμισης, διατυπώθηκαν και στην 
έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής κατά το προ της ψηφίσεως του νόμου διάστημα 
και ειδικότερα διατυπώθηκαν επφυλάξεις ως προς τη συμβατότητα, των άνω ρυθμίσεων προς την 
αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ως ειδικότερης εκδήλωσης της αρχής της οικονομικής και 
επιχειρηματικής ελευθερίας εκ του άρθρου 5 παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος δεδομένου 
ότι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων καθιερώνει το δικαίωμα των συμβαλλομένων να 
καθορίζουν το καταβαλλόμενο μίσθωμα υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζουν το νόμο ή τα χρηστά 
ήθη και δεν ασκούν το δικαίωμά τους αυτό καθ' υπέρβαση των ορίων του, ως προς την παραβίαση της αρχής της ισότητας και ως προς την παραβίαση του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος και του 
άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς οδηγούν σε μερική στέρηση 
περιουσίας. 
Ακολουθεί ότι οι υπό κρίση διατάξεις, αντιτιθέμενες στις συνταγματικές αρχές της 
ισότητας και της οικονομικής ελευθερίας, αλλά και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου 
Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθίστανται ανεφάρμοστες.

      

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη που ορίζει ότι είναι αυτόφωρο το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο δημόσιο - φοροδιαφυγής - μη απόδοσης ΦΠΑ.

Το Πλημμελειοδικείο Κατερίνης με δύο σημαντικές αποφάσεις του, έκρινε περί της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, που χαρακτηρίζουν το αδίκημα αυτό ως διαρκές και υπάγουν την εκδίκασή του στην αυτόφωρη διαδικασία, η μία εκ των οποίων παρατίθεται κατωτέρω συνοπτικά.
   
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1410/2013

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΦΩΡΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ 

Συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2013

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 

.........

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ

..............

Παρούσα

ΠΡΑΞΗ 

Φοροδιαφυγή με τη μη απόδοση Φ.Π.Α. κατ` εξακολούθηση

(......)


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της δέκατης παραγράφου του άρθρου 21 ν. 2523/1997, όπως αυτό προστέθηκε με την §2 στοιχ. ιγ` άρθρου 3 Ν. 3943/2011 ,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011:
«Στα αδικήματα του παρόντος νόμου, χρόνος τέλεσης είναι το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.».

Με την ανωτέρω διάταξη ο νομοθέτης κατέστησε διαρκή μια σειρά αδικημάτων. Κοινό στοιχείο των περισσότερων απόψεων που υποστηρίζονται για τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού ενός εγκλήματος ως διαρκούς είναι το εξής: 
πρέπει από τη στιγμή της τυπικής του περάτωσης και μετά να μπορούμε να πούμε ότι κάθε επόμενη στιγμή η συμπεριφορά του δράστη πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του ίδιου εγκλήματος (βλ. επίσης, αναλυτικά, Δημήτραινα Γ., ό.π., σελ. 293 επ.). Τούτο λ.χ. συμβαίνει αδιαμφισβήτητα στο αδίκημα της παράνομης κατακράτησης [βλ. παράδειγμα που χρησιμοποιεί η Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, (ό.π.)]. 
Υπό αυτό το πρίσμα, αν επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τι συμβαίνει στην περίπτωση του αδικήματος της μη απόδοσης ΦΠΑ (: άρθρο 18§ 1β ν. 2523/1997), διαπιστώνουμε ότι αυτό περατώνεται τυπικά μόλις παρέλθει η αντίστοιχη ημερομηνία και δεν αποδώσει ο υπόχρεος τον ΦΠΑ. 
Για να απαντήσουμε, είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι ο νομοθέτης καθιέρωσε με την «επίδικη» ρύθμιση, πλασματικά διαρκή (βλ. Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., Οι επιλογές του Ν 3943/2011 για την οριοθέτηση του αξιοποίνου των φορολογικών αδικημάτων: Μια ατυχής προσπάθεια αυξημένης προστασίας απαιτήσεων του δημοσίου, ΠοινΔικ 2011, σελ. 1311). σελ. 1311)] ή ημι-διαρκή [έτσι, ο Γ. Δημήτραινας, (ό.π., σελ. 297,299)) εγκλήματα, χωρίς τούτη η πρόβλεψη να επαληθεύεται από τη νομοτυπική μορφή εκάστου εγκλήματος. 

Κατά τον τρόπο αυτό, εκτός του ότι προκάλεσε αποτέλεσμα αντίθετο στο άρθρο 17 ΠΚ, εισήγαγε αντικειμενική ποινική ευθύνη του δράστη σε χρόνο κατά τον οποίο πράξη του ή ποινικά αξιόλογη παράλειψη του έχει σαφώς παρέλθει από τα όρια του αυτοφώρου. Οι ανωτέρω επισημάνσεις προσδίδουν στη ρύθμιση αντισυνταγματικό χαρακτήρα, λόγω πρόσκρουσης στο άρθρο 7§1 [βλ. έτσι, Δημήτραινα Γ., ό.π. (: ο συγγραφέας κάνει λόγος και για πρόσκρουση στο άρθρο 2§1 Σ.), Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., ό.π.]. 

Περαιτέρω, δύναται να υποστηριχθεί ότι η ρύθμιση είναι αντισυνταγματική, διότι προσκρούει στα άρθρα 2§1, 6§1 και 25 του Συντάγματος (βλ. και Δημήτραινα Γ., ό.π., σχετικά με τη μη συμβατότητα με το άρθρο 2§1 Σ.· επίσης, Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., ό.π., σελ. 1312, σχετικά με τη μη συμβατότητα στο άρθρο 6§1 Σ). Ειδικότερα, ο νομοθέτης εισήγαγε μία μη πειστική -δογματικά- ρύθμιση με αυτοσκοπό την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας (βλ. Αιτιολογική Εκθεση). Ετσι, υποβάθμισε το γεγονός ότι η τελευταία προϋποθέτει πράγματι αυτόφωρο έγκλημα, στο οποίο η αποδεικτική πιθανότητα αγγίζει τη βεβαιότητα [για το χαρακτήρα αυτό του αυτόφωρου εγκλήματος, βλ., αντί άλλων, Μαργαρίτη Λ/Καλφέλη Γ., Ποινιική Δικονομία, Ειδικές Διαδικασίες, τόμ. α`, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία, Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47 επ., και ιδίως σελ. 65], στοιχείο που είναι λίαν αμφίβολο αν συντρέχει (ή συντρέχει πάντοτε) σε σύνθετα αδικήματα, όπως εκείνα του ν. 2523/1997. 

Είναι λοιπόν προφανές ότι η ρύθμιση αποσκοπούσε να επιτρέψει, ανεξαιρέτως, τη σύλληψη του υπαιτίου, την κράτηση του και την άμεση εκδίκαση της υπόθεσης, με σύντμηση της προδικασίας (: όσο βέβαια τούτη είναι νοητή μετά την τροποποίηση του ΚΠΔ από το ν. 3904/2010). 

Ετσι, όμως ανέδειξε ως «πανταχού παρούσα» μία διαδικασία, η οποία συνδέεται με σοβαρή αποστέρηση δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (βλ. σχετικά, Κονταξή Θ., Αυτόφωρο: Δικαϊικός Μεσαίωνας ή «βιομηχανία απονομής» δικαιοσύνης, ΠοινΔικ 2006, σελ. 221 επ.). 
Κατά τον τρόπο αυτό, είναι προφανές ότι ο εξαναγκαστικός χαρακτήρας της σύλληψης και της κράτησης του κατηγορουμένου, εμφανίσθηκε ως μέσο πίεσης για μη ομολογημένους σκοπούς (πιθανώς, τη διοικητική «διευθέτηση» της εκκρεμότητας). 

Με άλλα λόγια, ο κατηγορούμενος και η «προδικαστική» στέρηση της ελευθερίας του αναδείχθηκαν ως το δυσανάλογα επαχθές μέσο για σκοπό που αφίσταται του αναμενόμενου (για την προστατευτική για τα έννομα αγαθά, και την εξασφαλιστική-εγγυητική για τον κατηγορούμενο λειτουργία του ποινικού δικαίου, βλ. αντί άλλων, Μαγκάκη ΓΑ, σε ΣυστΕρμΠΚ, επιμέλεια Δ. Σπινέλλη, 2005, σελ. 12 επ.). 

Άλλωστε, είναι βέβαιο ότι η ταχεία διάγνωση της υπόθεσης θα μπορούσε πιθανώς να επιτευχθεί με αναλογικότερες ρυθμίσεις. Τέλος, ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 21 §10 εδ. α` ν. 2523/1997, δημιουργεί αμφιβολίες που έχουν να κάνουν με την ίση μεταχείριση των πολιτών (: άρθρο 4§1 Σ· βλ. έτσι, και Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.π., σελ. 1311). 
Ειδικότερα, τα ίδια εγκλήματα όταν τελούνται με ενέργεια αξιολογούνται από το νομοθέτη ως στιγμιαία, ενώ όταν τελούνται με παράλειψη ως διαρκή. Επίσης, τα τελούμενα με παράλειψη, σήμερα, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 3943/2011, αξιολογούνται ως διαρκή, ενώ, προηγουμένως αξιολογούνταν ως στιγμιαία, δίχως να μεταβληθεί η ειδική υπόσταση των εγκλημάτων, παρά μόνο το διαρκές ή στιγμιαίο του χαρακτήρα τους. 
Με αυτό το δεδομένο, όποιος τέλεσε το αδίκημα του άρθρου 19§5 ν. 2523/1997 πριν την ισχύ του ν. 3943/2011 (:μέχρις τις 31.3.2011) τιμωρείται για το έγκλημα ως στιγμιαίο. Αντίστοιχα, αν κάποιος τέλεσε το ίδιο αδίκημα μετά την ισχύ του τελευταίου νόμου, τιμωρείται για το ίδιο έγκλημα ως διαρκές (βλ. σχετ. ΜονΠρ.Θεσ 34279/2012 και Εισαγγελική πρόταση). 
Στην προκειμένη περίπτωση, στις 15-7-2013 κατατέθηκε ενώπιον της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, αίτηση δίωξης (: άρθρο 41 ΚΠΔ) της ..............- ................... του ..................., διότι Στην Κατερίνη την 27/2/2012, την 27/3/2012, την 27/4/2012, την 27/5/2012, την 27/6/2012, την 27/7/2012 και την 27/8/2012, με περισσότερες από μία πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ούσα φορολογούμενη, δεν απέδωσε στο Δημόσιο το φόρο προστιθέμενης αξίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, το προς απόδοση δε ποσό του φόρου προστιθέμενης αξίας που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 3.000 € και είναι κατώτερο των 75.000 €. 
Συγκεκριμένα ....

[...]

Η υπαίτια συνελήφθη κατόπιν αυθορμήτου προσελεύσεως, την ίδια ημέρα και σε βάρος της ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19§1εδ.β` ν. 2523/1997, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, κατά την παρούσα συνεδρίαση της 15-7-2013. (: στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας). 

Ωστόσο εφόσον οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει τα πλαίσια του αυτοφώρου, το παρόν Δικαστήριο κρίνει, (σύμφωνα και με την Εισαγγελική πρόταση) και δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος της κατηγορουμένης, 
ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία λόγω της πρόδηλης αντίθεσης της διάταξης του αρθρ. 21 του Ν. 2523/1997 όπως αυτό προστέθηκε με την §2 στοιχ. ιγ` άρθρου 3 του Ν. 3943/2011, ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 η οποία ορίζει ότι «Στα αδικήματα του παρόντος νόμου χρόνος τέλεσης είναι το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.», στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Συντ., μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, ενώ σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη διάταξη δεν περιλαμβάνεται στο παρόν κατηγορητήριο. 
Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπέμψει την υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Δικάζει με παρούσα την κατηγορούμενη ............................... του .............................., κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Κηρύσσει απαράδεκτη την αυτόφωρη διαδικασία και παραπέμπει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία προκειμένου να δικαστεί η κατηγορούμενη για το ότι:
[...]
Για παράβαση άρθρων 1, 12, 14, 18 εδ. β, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 98 Π.Κ. και αρθρ. 18 παρ. 1 εδ. β Ν. 2523/1997, όπως τροπ. με Ν. 3943/2011.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Κατερίνη, 15-07-2013

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ                                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Το αδίκημα της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατ' εξακολούθηση, μέσα από τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου.

Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας έχει κρίνει με πάγια νομολογία του ποια είναι τα στοιχεία του αδικήματος της απάτης, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα:

Απάτη

Άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα

         1. Όποιος  με  σκοπό  να  αποκομίσει  ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε  πράξη, παράλειψη  ή  ανοχή  με  την  εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την  αθέμιτη  απόκρυψη  ή  παρασιώπηση  αληθινών  γεγονότων τιμωρείται  με  Φυλάκιση  τουλάχιστον  τριών  μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με Φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

          2.  Οι διατάξεις του  άρθρου  72  για  το  κατάστημα  εργασίας εφαρμόζονται και εδώ.

         "3. Επιβάλλεται Κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ`επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων  (5.000.000) δραχμών [δέκα πέντε χιλιάδων (15.000)ευρώ." 

Το ποσό  των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ της περίπτωσης α` της παραγράφου 3 αναπροσαρμόζεται στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με την παρ.2 περ.δ` άρθρου 24 Ν.4055/2012,ΦΕΚ Α 51/12.3.2012 με έναρξη ισχύος 2 Απριλίου 2012.

ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των [είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών"] "εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000)ευρώ".

Το ποσό  των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ  του δεύτερου εδαφίου 
της παραγράφου 4 αναπροσαρμόζεται στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ με την 
παρ.1 περ.ιδ` άρθρου 24 Ν.4055/2012,ΦΕΚ Α 51/12.3.2012.Εναρξη ισχύος 2 Απριλίου 2012.

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι από τη διάταξη αυτή του 386 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται:
α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του, ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία, ως παραγωγό αίτια, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και
γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν ή συμβαίνουν κατά το χρόνο της βεβαιώσεως τους, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί της ικανότητας ορισμένου προσώπου, όχι, όμως και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις εκπληρώσεως συμβατικών υποχρεώσεων σε μέλλοντα χρόνο. Οταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. 

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του εδαφ.στ`του άρθρου 13 ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ` επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. 

 Επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και, όταν το έγκλημα διαπράττεται κατ`εξακολούθηση.
Κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 98 ΠΚ, κατ`εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. 
Στο παραπάνω άρθρο 98 ΠΚ προστέθηκε, με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999, δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος.